Μια ζωή, μαζί!

της Έλενας Χαρτ.

Τι κι αν το γιγάντιο ρολόι του σταθμού έδειχνε μόλις επτά, η πυρωμένη σφαίρα είχε κιόλας βυθιστεί πίσω από τους ζοφερούς λοφίσκους, σκαρώνοντας στον ορίζοντα πολύχρωμα σπαθιά φωτός. Από τις χαραμάδες της γυάλινης οροφής ξεγλιστρούσαν κάποιες μεγαλύτερες αχτίδες, έλουζαν τα πυρόξανθα μαλλιά της μοναχικής κοπέλας. Είχε ζωσμένο ένα σακίδιο στη πλάτη της ενώ από τα χέρια της ξεμάκραινε μια μεγάλη μαύρη βαλίτσα που σερνόταν αδιάκοπα πέρα-δώθε κατά μήκος της αίθουσας. «Πόσο γρήγορα σκοτείνιασε, ήρθε η αλλαγή, ήρθε το φθινόπωρο» συλλογίστηκε καθώς στα χείλη της σχηματίστηκε ένα αχνό μειδίαμα. Τι κι αν ο Σεπτέμβρης μετρούσε ελάχιστες μέρες, εκείνη στροβιλιζόταν με τη δύναμη του νου επάνω στα κιτρινωπά ριγμένα φύλλα των δέντρων. Λάτρευε τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος κι εκείνο το σύρσιμο του αέρα επάνω στο κορμί της, που της προκαλούσε ανατριχίλα. Λες κι η εποχή συντονιζόταν με την καθ’ όλα μελαγχολική φύση της. Σαν δυο βιολιά ιδανικώς εναρμονισμένα που γεννούν τους πιο νοσταλγικούς ήχους.

Το βλέμμα της περιπλανιόταν στον χώρο που ασφυκτιούσε από κόσμο. Οι ρόδες των αποσκευών που εφάπτονταν με το γκριζωπό δάπεδο δημιουργούσαν μεγάλη φασαρία, μεγαλύτερη κι από εκείνη των μεγάφωνων. Πάντοτε αναρωτιόταν αν οι άνθρωποι που συνωστίζονται σε σταθμούς τρένων είναι δυστυχισμένοι που εγκαταλείπουν την έως πρότινος ζωή τους ή ευτυχισμένοι που αποσφραγίζουν την αινιγματική θύρα του άγνωστου, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Εκείνη ωστόσο χωρίς να ξεχωρίζει απόλυτα την ευτυχία από τη δυστυχία ένιωθε εντός της δυνατά φτερουγίσματα, σαν τα πετάγματα των αποδημητικών πουλιών επάνω από τη στέγη του σπιτιού της. Δεν ήταν ευτυχισμένη, δεν ήταν δυστυχισμένη. Ήταν ελεύθερη. Κι αυτό έμοιαζε λυτρωτικό.

«Τι σκέφτεσαι;» η φωνή του άντρα με το τσιγάρο της έκοψε το νοερό ταξίδι.
Ύψωσε το βλέφαρα της επάνω του κι αντίκρισε τα μάτια του που τη θωρούσαν μ’ εκείνο το μεταξένιο βλέμμα.
«Απλά θυμάμαι, τη ζωή πριν από σένα, αυτή που μόλις επιβιβαστώ στο τρένο θα κλειδώσω δια παντός στη λήθη!» ψέλλισε ενοχικά λες και του μαρτύρησε φοβερό μαντάτο.
«Μετάνιωσες;» αυτή η λέξη έσκασε σαν πυροτέχνημα μέσα της.
Μπουνάτσα σηκώθηκε στο νου της, αλήθεια μετάνιωσε; Έφτιαξε με τα χέρια της μια προσωπική αγκαλιά, ενώνοντας τα. Ήταν λες και ήθελε να καλοπιάσει τον εαυτό της στη προσπάθεια της να βρει την αλήθεια. Μετάνιωσε άραγε; Μήπως αυτές οι σιδερένιες και σκουριασμένες από το χρόνο ράγες θα την οδηγούσαν σ’ ένα αδιέξοδο; Μήπως μέσα στη βαλίτσα της που στοίβαξε τόσα προσωπικά αντικείμενα έκλεισε βίαια και τα θέλω κάποιου άλλου; Μήπως αυτό το αίσθημα ελευθερίας που περικύκλωσε απ’ άκρη σ’ άκρη τη σάρκα της δεν ήταν τίποτα άλλο από μια πλάνη; Μήπως ξυπνούσε ένα πρωί και συνειδητοποιούσε πως η φωτιά του έρωτα που την ώθησε στη φυγή έκαψε τα σωθικά της, αφανίζοντας τα πάντα εκτός από κάποια ελάχιστα αποκαΐδια; Χιλιάδες αμφιβολίες κύλησαν μέσα της, όπως κυλά το πηκτό αίμα στις φλέβες. Τα μάτια της γυρόφερναν έντρομα στον χώρο ώσπου κατέληξαν επάνω του. Καταλάγιασαν επάνω του. Κοίταξε τα πυκνά μαύρα μαλλιά του, το πράο πρόσωπο του. Ασυναίσθητα χαμογέλασε. Το θεριό που λυσσούσε κόπασε. Απεγκλώβισε τον εαυτό της από τη σφιχτή αυτοσχέδια αγκαλιά απλώνοντας το χέρι της επάνω στο δικό του.
«Πριν από σένα, δεν ήξερα ποια είμαι, που βαδίζω. Όπως όλοι αυτοί οι άνθρωποι που περιφέρουν τις άδειες σάρκες τους στον χώρο. Αν τους καλοκοιτάξεις, αν μπήξεις διεξοδικά το βλέμμα σου επάνω τους θα καταλάβεις πόσο χαμένοι είναι. Πνιγμένοι από τα προβλήματα, χαμένοι στο μικρόκοσμο τους ψάχνουν κάτι.. Ναι, κάτι! Καλά άκουσες, τίποτα παραπάνω από ένα κάτι που θα τους παρέχει την απόλυτη ευτυχία. Αυτό το ακαθόριστο κάτι έψαχνα κι εγώ, πριν σε γνωρίσω. Δεν είχε όνομα, φύλο, σχήμα, δεν γνώριζα αν είχε μέσα του ψυχή ή ήταν ένα ξεχαρβαλωμένο αντικείμενο στο σκονισμένο ράφι κάποιου παλαιοπωλείου. Στον αγώνα μου για τον εντοπισμό του δε σου κρύβω πως πολλές φορές λιγοψύχησα. Δε το συνάντησα ποτέ παρά τις εξονυχιστικές έρευνες μου. Παραδέχθηκα πως δεν υπάρχει κι έπαψα να το κυνηγώ. Έζησα για λίγο με αυτή τη πεποίθηση πως δεν υπάρχει. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια είχα συμβιβαστεί πλήρως με αυτή την ιδέα και δεν με ένοιαζε που ξυπνούσα και κοιμόμουν με μια μελαγχολία μόνιμα καρφιτσωμένη επάνω μου. Εκείνη τη περίοδο στεκόμουν σ αυτό ακριβώς το σημείο που ακουμπούν τα πόδια μου σήμερα, περιμένοντας το τρένο της επιστροφής. Ποιος να μου το έλεγε πως μετά από τρία χρόνια θα βρισκόμουν στο ίδιο σημείο έχοντας εσένα στο πλάι μου.»

Τα μάτια του άντρα συννέφιαζαν και ξεδιάλυναν με μεγάλη ταχύτητα στο χρόνο προδίδοντας τη σύγχυση του. Δε μπορούσε να ακολουθήσει απόλυτα των ειρμό των σκέψεων της. Η κοπέλα πήρε μια βαθιά ανάσα και βυθίστηκε για λίγο στις σκέψεις της.
«Δε θα είναι εύκολο, εντάξει; Θα μοιάζει με σκληρό κιτρινωπό σχοινί με ξεφτισμένες άκρες. Τα χέρια μας οφείλουν να το κρατούν σταθερά με την ίδια ένταση. Αν το αφήσεις θα χαθώ, αν το χαλαρώσω θα πέσεις. Θα πολεμάμε καθημερινά για να εξασφαλίσουμε τη πολυπόθητη ευθεία. Θα χάσουμε, θα χάνουμε κι ίσως θα χανόμαστε. Εκεί πρέπει να βρεις το θάρρος, να τυλίξεις σφιχτά τις παλάμες σου στο σχοινί, πιθανότατα να πονέσεις, ίσως να σχηματιστούν ορισμένες κόκκινες γραμμές, ετοιμόρροπες πληγές. Μη φοβηθείς. Αν βαστάς γερά, θα σου τις επουλώσω εγώ. Αρκεί να μη χαθεί η ευθεία, μη γίνει η αγκαλιά θηλιά και μας πονέσει. Το μυστικό είναι το μαζί. Ένα μαζί που θα μοιάζει με σκληρό κέλυφος άκαμπτο στο χρόνο και στις κακουχίες. Όσα δεινά και να μας βρουν, τεντωμένο το σχοινί και μαζί..»

Ο ήχος της ερχόμενης αμαξοστοιχίας έσβησε σταδιακά την απαλή φωνή της, άλλη λέξη δε ξεπήδησε από τα χείλη της. Το αγόρι που άκουγε προσεκτικά τα λόγια της φάνηκε να ικανοποιήθηκε απόλυτα από την απάντηση της, σβήνοντας τις φλόγες των αμφιβολιών. Φόρεσε το πιο λαμπρό χαμόγελο του. Εκείνη του ανταπέδωσε μ’ ένα βαθύ φιλί.
Ο παλιός της εαυτός, έστεκε κρυμμένος πίσω από τις γιγάντιες κολώνες του σταθμού θωρώντας την όλο καμάρι. «Τα κατάφερες μικρή» ψέλλισε. Ήταν για πρώτη φορά που άνοιξε τα παραθυρόφυλλα της μοναξιάς της επιτρέποντας στον έρωτα να εισβάλλει και να τη ξεμυαλίσει. Μια ζωή έψαχνε διακαώς αυτό το κάτι. Σήμερα, αυτό το σούρουπο όπου οι πελώριες ακτίνες χτένισαν τα πυρόξανθα μαλλιά της συνειδητοποίησε πως το ακαθόριστο κάτι, είναι μονάχα ένα «μαζί». Μια ευτυχία, μια δυστυχία, μια αγκαλιά, ένα φιλί, ένα εισιτήριο, ένα τσιγάρο, ένας φόβος κι ένα μέλλον που χωρίστηκε στα δύο για να γίνει «μαζί».
Πήρε μια βαθιά ανάσα, αποπνέοντας γαλήνια συναισθήματα, έκανε ν’ αρπάξει τη μαύρη βαλίτσα της από το πάτωμα. Το χέρι του αγοριού, την εμπόδισε. Έστρεψε τα μελαγχολικά μάτια της επάνω του, γεμάτη απορία.
«Μαζί» της ψιθύρισε καθώς έσυρε την αποσκευή ως την είσοδο του βαγονιού.
Το κορίτσι χαμογέλασε πλατιά, θαρρείς και μια στρατιά από αστραφτερά αστέρια τύλιξαν το πρόσωπο της. Ήταν βέβαιη πως αυτή η διαδρομή δε θα την έβγαζε σε μονόδρομο. Το βλέμμα της καρφώθηκε για ύστατη φορά στους αιθέρες. Δύο αποδημητικά πουλιά κινούσαν μαγεμένα τις φτερούγες τους σκίζοντας στα δύο τα φωτεινά σπαθιά του βασιλεμένου ήλιου. «Μαζί» συλλογίστηκε κι όλοι οι ουρανοί θα μας ανήκουν.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Έλενα Χαρτ.
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

42 shares

See You In FB