Μια ζωή χωρίς στέγη

της Αναστασίας Μιγδάνη

Τι να σου πω αδερφέ; Τι είναι αυτό που θέλεις να μάθεις; Πώς έφθασα εδώ; Αν έκανα λάθη που ήταν η αιτία της κατάντιας μου; Ή μήπως πιστεύεις πως κάποια στιγμή έκανα τόσο κακό σε κάποιον που ήρθε η ώρα να το πληρώσω; Τι να σου πω. Πραγματικά, δεν ξέρω! Μπορεί τίποτε από αυτά, μπορεί και όλα αυτά μαζί. Δεν έχει καμία σημασία, πίστεψε με. Το μόνο που έχει σημασία τώρα πια, είναι αυτήν εδώ η μικρή γωνιά. Το κονάκι μου. Αυτό έχω, κι αυτό προσπαθώ να κρατήσω με νύχια και με δόντια. Γι’ αυτό το στόλισα έτσι. Γιατί είναι το σπίτι μου. Μπορεί να προσπαθώ να το κάνω να μοιάζει μ’ αυτό που είχα κάποτε. Ένα όμορφο, μικρό σπίτι. Αυτό που με τύλιγε με την ζεστασιά του, κάθε βράδυ που γύριζα από τη δουλειά. Εκείνο βέβαια είχε κρεμασμένους στους τοίχους του, όμορφους πίνακες. Εδώ, το μόνο που έχω είναι οι φωτογραφίες απ’ αυτές τις γκόμενες. Κλεμμένες από τα σκουπίδια ενός κομμωτηρίου. Είναι όμως κούκλες οι άτιμες. Γι’ αυτό τις έχω κοτσάρει σ’ αυτές τις θέσεις. Είναι η πρώτη εικόνα που αντικρίζουν τα μάτια μου το πρωί, φτιάχνοντας μου τη μέρα και η τελευταία που αντικρίζουν τη νύχτα, φτιάχνοντας μου τα όνειρα. Έχω δικαίωμα κι εγώ στο όμορφο. Κι ας ζω έτσι. Η ομορφιά δεν χρειάζεται χρήματα για να τη νιώσεις.

Βλέπω, χαζεύεις το βιος μου. Τι σου κάνει εντύπωση; Πώς κατάφερα να στήσω ένα «σπιτικό» σ’ αυτό τον πολυσύχναστο δρόμο; Αυτό ήθελα. Κόσμο. Με κόσμο έζησα όλη μου τη ζωή κι έτσι θέλω να τη συνεχίσω. Κι ας είναι ξένοι. Κι ας τραβάνε το βλέμμα τους μακριά, όταν τύχει να πέσει πάνω μου. Εγώ νιώθω ασφάλεια. Άσε που υπάρχουν κι αυτοί οι άλλοι, να, σαν και του λόγου σου, που σταματάνε και μου πιάνουν την κουβέντα. Άλλοι από περιέργεια, άλλοι από συμπόνια, άλλοι από ενδιαφέρον. Έχουν όμως πάντα έναν καλό λόγο να μου πούνε κι αν είμαι τυχερός μπορεί να μου προσφέρουν και κάτι να φάω. Κι έτσι περνάει η μέρα μου. Ξεχνώντας ποιος ήμουν και προσπαθώντας να με στηρίξω σ’ αυτό που έγινα. Δεν βαριέσαι. Τροχός είναι η ζωή, φίλε. Ένας γαμημένος τροχός. Να, σαν εκείνο το τηλεπαιχνίδι, το θυμάσαι; Γυρίζεις και πέφτεις σε απανωτές ευκαιρίες. Η τύχη είναι με το μέρος σου. Κι έρχεται η καταραμένη μέρα, που η τύχη έχει βαρεθεί να σου κάνει χάρες και σ’ αφήνει μόνο σου. Και τότε ο τροχός πέφτει πάνω στο κουτάκι «Χρεοκοπία» και τέλος σ’ ότι ήξερες. Φινίτο. Πώς το λένε.

Ας πάει στο διάολο. Την υγειά μας να’ χουμε. Έζησα καλά, δεν έχω παράπονο. Γνώρισα πολλούς ανθρώπους, ταξίδεψα αρκετά, αγάπησα κι αγαπήθηκα με πάθος, χόρτασα χρήματα και δόξα. Φτάνουν για δυο ζωές. Ξέρεις τι σκέφτομαι πολλές φορές; Ότι ίσως τα έχασα όλα, γιατί ήρθε η σειρά κάποιου άλλου να τα ζήσει. Να γίνει ευτυχισμένος, για όσο κρατήσει. Δεν μπορεί να τα έχει όλα, για πάντα ένας άνθρωπος. Αυτό θα ήταν πλεονεξία από μέρους μου. Ο Θεός ξέρει πώς τα φτιάχνει τα πράγματα.
Με ρωτάς αν πιστεύω σ’ Αυτόν; Φυσικά και ναι. Είναι ο μόνος στον οποίο πρέπει να πιστεύουμε όλοι. Γι’ αυτό έχω και τις εικόνες μαζί μου. Κι όταν περάσω έξω από εκκλησία, πάντα κάνω τον σταυρό μου. Αν δεν υπήρχε, θα ήμουν πολύ χειρότερα. Είμαι σίγουρος. Αυτός με προστατεύει και με φυλάει. Και κάθε βράδυ, με κλειστά τα μάτια, του μιλάω. Του ζητάω να με προφυλάξει τη νύχτα. Να σταθεί από πάνω μου, φύλακας και να με βοηθήσει να ξημερωθώ. Και κάθε πρωί ξυπνάω σώος κι αβλαβής. Και τότε σηκώνω τα μάτια ψηλά και τον ευχαριστώ για άλλη μια φορά.

Αυτά, φίλε. Δεν θέλω να σου πω τίποτε άλλο. Δεν χρειάζεται να ξέρεις κάτι άλλο. Τώρα φύγε! Άσε με στην ησυχία μου και συνέχισε το δρόμο σου. Και που’ σαι, να προσέχεις και να προσεύχεσαι. Θα σου κάνει καλό, θα δεις!

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Μιγδάνη
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB