Μια ελπίδα για το φινάλε

της Έλενας Χαρτ.

Λένε πως η Ελπίδα πεθαίνει τελευταία, όμως εκείνο το Κυριακάτικο απόγευμα, θαρρείς και πέθανε εκατό φορές. Κάποια εσωτερική ανάγκη της, κάποιος φόβος, κάποια πλανεύτρα προσδοκία την ώθησε στο να ρίξει τα μούτρα της και να του τηλεφωνήσει, ζητώντας του να συναντηθούν. Πράγματι, εκείνος αποκρίθηκε στο κάλεσμα της χωρίς να είναι ευδιάκριτοι οι σκοποί του για ετούτη τη συνάντηση.

Καθισμένη στο κόκκινο παγκάκι, μπροστά στο «μπαλκόνι» του λιμανιού, πάσχιζε να εντοπίσει την ανάσα που με το ζόρι αποσύρονταν από τα χείλη της. Είχε τρομερό άγχος κι αν το προηγούμενο βράδυ είχε αποτυπώσει τηλεγραφικά τι ακριβώς έπρεπε να του πει, πέντε λεπτά πριν τη συνάντηση τα ξέχασε όλα. Σαν να ξέσπασε στο μυαλό της ισχυρή νεροποντή και να ξέπλυνε όλες εκείνες τις δομημένες σκέψεις που ήθελε να του αραδιάσει. Δεn προλάβαινε να χτίσει νέα επιχειρήματα κι έτσι αρκέστηκε στο να αποτραβήξει με τα δάχτυλα της ένα τσιγάρο από τη ταμπακιέρα της. Το ανάφλεξε, όπως ακριβώς έκαιγε το μέσα της ο χωρισμός τους.

Καρτερικά κοίταζε πότε το ρολόι της, πότε τη στάχτη που ξεμάκραινε από τα δάχτυλα της καθώς ανυπομονούσε να τον ανταμώσει. Ακόμη κι αν τα ακαθόριστα πλήθη λιγόστευαν αισθητά την όραση της, εκείνη θα τον διέκρινε ανάμεσα σ’ εκατομμύρια σώματα. Κάθε φορά που τον αντίκριζε στο αντίθετο ρεύμα του δρόμου δεν μπορούσε να χαλιναγωγήσει το χαμόγελο της. Ήθελε να διασχίσει τροχάδην, σαν σίφουνας τις διαβάσεις για τον αγκαλιάσει. Δεν άργησε να φανεί από την άκρη του δρόμου. Το λευκό του πουκάμισο, σαν άσπρο πανί σε σχοινί μπουγάδας βολοδερνόταν βίαια από τον μανιασμένο άνεμο.

Στάθηκε δίπλα της, τυλίχθηκε από το γκριζωπό καπνό του τσιγάρου, η ανάσα του ανάβλυζε κρασί. Σκορπούσε ορισμένες αδιάφορες λέξεις, χωρίς ειρμό κι ουσία μονάχα για να σπάσει το ανυπόφορο πλέγμα της σιωπής. Εκείνη στωικός θεατής μιας γνώριμης κατάστασης, συμμετείχε με μια μακρόσυρτη απραγία. Περίμενε ν ανθίσει μια -έστω- αδύναμη ρίζα σ’ άγονη γη. Είχε δέσει όλες τις προσδοκίες της σαν σε ναυτικό κόμπο μαζί με τις χιλιάδες καλοκαμωμένες λέξεις της. Αγκάλιασε μια θαμπή προσπάθεια επανένωσης την έσφιξε στα δύο χέρια της σαν σώμα που είχε χρόνια να αγκαλιαστεί. Ήξερε πως μέσα της θα βύθιζε ακόμη κι εκείνον τον ίδιο αν προσπαθούσε λίγο εντονότερα. Τρεμόπαιζαν εντός της , μια ο ίλιγγος της ύστατης προσπάθειας και μια η δίνη ενός ρεαλισμού που δεν έλεγε να εθελοτυφλήσει. Πίστευε πως αφού είχε τον τρόπο να μαγεύει με κουβέντες τ’ αυτιά των ακροατών, θα κέρδιζε τη χαμένη εμπιστοσύνη του. Μάταιο, καμιά μάχη δε νικήθηκε με υποσχέσεις.

Ένα ηχηρό «ΤΕΛΟΣ» ξετρύπωσε απ’ τα χείλη του και σαν εκκωφαντικός αντίλαλος χτύπησε αλλεπάλληλες φορές στο μυαλό της. Το είπε το τέλος και το σφράγισε με μια ηρωική έξοδο προς άγνωστη κατεύθυνση. Δύο συλλαβές ήταν μονάχα, που κατόρθωσαν να χυμήξουν σαν αγρίμια επάνω στις ετοιμόρροπες ελπίδες της. Κι ας ένιωσε για λίγο, ίσως εσφαλμένα πως νιώθει κάτι.

Μια δύναμη την ώθησε να σηκωθεί από το άβολο ξύλινο παγκάκι και να περιπλανηθεί στα νυχτερινά σοκάκια της αγαπημένης πόλης. Δεν τρόμαζε, δε φοβόταν, δεν πενθούσε. Άπραγη και μόνη, μόνη και ξένη, ξένη και μικρή για να σηκώσει το φορτίο ενός μικρού θανάτου. Όταν κανενός τα μάτια δε σέρνονταν αδιάκριτα επάνω της, βούλιαξε στα κλάματα. Λυτρωτικά πια ξέπλενε το παρελθόν της ορκισμένη πως αύριο θα χαράξει νέα μέρα. Έτσι κι έγινε, σε λιγότερο από εικοσιτέσσερις ώρες είχε μεταβεί στου λιμανιού την απέναντι όχθη, εκκινώντας μια νέα ζωή. Άρπαξε το τρένο της φυγής γρήγορα και βιαστικά, θέλοντας οριστικά να σφραγίσει εκείνη τη νύχτα πίσω από τις βαριές και σκονισμένες πόρτες του παρελθόντος.

Λένε πως η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία, παρασύροντας στον θάνατο κάποιες καλοκαμωμένες απομιμήσεις αγάπης…

Ετικέτες: ,

Related Posts

Έλενα Χαρτ.
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB