Μια αδυναμία μεγαλύτερη από τη δύναμη σου

της Βαλίνας Τραϊκάπη

Αρχές Νοέμβρη…
Γέμισε φλόγες ο χώρος. 
Το πέρασμα των χρόνων δε θόλωσε ακόμα τα νερά στο διάβα σου.
Άπλωσα τις άκρες των δαχτύλων μου…
Η φωνή σου βουίζει ακόμα στο χώρο, ενώ τα μάτια μου τρεμοπαίζουν από την ένταση της παρουσίας σου.
Το φθινόπωρο πάγωσε μπροστά μας. Η φύση άφησε μισανθισμένες κάτι ξεχασμένες μαργαρίτες. Από αυτές που μάδησα καθώς μετρούσα την αγάπη σε πέταλα τις δύσκολες μέρες της άνοιξης.
«Μην πάψεις ποτέ να ελπίζεις» ψιθύρισε η ψυχή στο νου…

Κλείνω το φως και σε πλησιάζω. Δεν έχει αλλάξει τίποτα αν με ρωτήσεις. Ξέρω πλέον τα χρώματα της δικής σου ψυχής και ο χαρακτήρας σου είναι μια μαθηματική εξίσωση άλυτη όσα χρόνια και αν περάσουν.
Αγκαλιάζει η ψυχή μου την ψυχή σου και ευθύς ο ουρανός ξαπλώνει πάνω στην ολόγιομη και κατακόκκινη πανσέληνο του φθινοπώρου. Τα φύλλα που έχουν γείρει στο έδαφος ψάχνουν ζεστά χέρια να τα αγκαλιάσουν και τα κλαδιά γυμνά πλέον ψάχνουν τον ήλιο να ξαποστάσουν.
Μεθυσμένη η φύση από τις αλλαγές των εποχών, χορεύει βαλς μοναξιάς θέλοντας να με συμπονέσει.
Καρτερώ τις μέρες που η βουή της παρουσίας σου έκανε θόρυβο στην ψυχή μου. Συνεχίζω να συχνάζω στα μέρη που δε με πήγες ποτέ για να νιώθω λιγότερο την απουσία σου.

Διπλό καπουτσίνο μέτριο. Μήτε πικρό, μήτε γλυκό και ας με σκοτώνει η μετριότητα. 
Πιάνω πάλι το κινητό να γράψω τις λέξεις που στριμώχτηκαν στην πονηρή μου φαντασία. Ατσαλάκωτες σκέψεις σε ένα απίθανο αύριο.
Και σε ρωτώ και σήμερα όπως κάνω καθημερινά,
«Πότε ήταν η τελευταία φορά που αγαλλίασε η ψυχή σου;».

Ξάφνου τα σύννεφα πλημμύρισαν τον ουρανό και το σκοτάδι σκέπασε την ξανθομαλλούσα ηλιόλουστη μέρα. Ένας γκρι γέρικος απογευματινός ουρανός στριμώχτηκε ανάμεσα στα ματόκλαδα και η μορφή σου αγρίεψε απότομα.
Ήρθε φθινόπωρο στην ψυχή σου ενώ τα παραθύρια της δικής μου διψάνε ακόμα για καλοκαιρινό νοτιά που κάνει τις λευκές μανόλιες στον κήπο να χορεύουν σφιχταγκαλιασμένες.
Λάτρης του καλοκαιριού και ερωμένη της άνοιξης και του φθινοπώρου , ποτέ δεν αγάπησα το κρύο του χειμώνα. Τα άκρα του κορμιού φροντίζουν άλλωστε κάθε χρόνο να μου το υπενθυμίζουν. Χειροπόδαρα σαν παγάκι και η καρδιά ζεστή σαν μεδούλι μαρουλιού έτοιμο να εκραγεί κάθε φορά που οι αχτίδες του ηλίου ξεχύνονται πάνω μου.
Βγαίνει ο ήλιος στο παραθύρι τον χειμώνα και τρέχω πάντα να τον προλάβω για να συναντηθούμε λες και αύριο δε θα ανατέλλει ξανά.
Έτσι γινόταν και μαζί σου…

Άλλαζε εποχές η καρδιά σου και μην προλαβαίνοντας να ακολουθήσω, ερχόταν ο χειμώνας και εγώ εκεί κολλημένη στο καλοκαίρι. Ακατάδεκτη από την αρχή να κουρνιάζω στο χειμώνα του κορμιού σου, ήθελα να δεις την ηλιόλουστη μέρα που είχε κάθε μέρα μέσα μου. Ένα μπουκέτο ανθισμένες μανόλιες, αυτό ονειρευόμουν κάθε φορά που σε έβλεπα. Γεμάτοι ελευθερία για να αναπτυχθούμε μαζί μέχρι να καταφέρουμε να γίνουμε δέντρο, γιατί μπορούμε και να ριζώσουμε μαζί. Μα ήταν η αλαζονεία σου μια αρρώστια που σε έτρωγε σιγά σιγά και ο νάρκισσος που ήθελες πάντα να γίνεις η μεγάλη σου αδυναμία.
Μια αδυναμία μεγαλύτερη από τη δύναμη σου…

Λένε πως ο άνθρωπος όταν ενηλικιωθεί δύσκολα αλλάζει. Ποτέ μου δεν το πίστεψα και δεν το ενστερνίστηκα μέχρι που γνώρισα εσένα. Δεν καταπάτησες ποτέ τον όρκο που έδωσες ο ίδιος στον εαυτό σου και δε μπήκες ούτε στον πειρασμό να περάσεις το γεφύρι. Κρατούσες πάντα απόσταση από τους ανθρώπους και μια αγεφύρωτη επιθυμία να σε καταλάβουν. Μια επιθυμία που ακόμα κρατάς λάβαρο στην καθημερινότητα σου και είτε το καταλαβαίνεις είτε όχι μέχρι και σήμερα σε ξεζουμίζει.
Σε καταπίνει και στο τέλος κατάπιε και εμένα…
Εγώ και εσύ, έτσι ξεκινήσαμε και έτσι καταλήξαμε.
Μια άνιση μάχη εποχών μεταμορφώθηκε σε μια άνιση μάχη δυο καρδιών.

Υ.Γ. «Μην αλλάζεις απερίσκεπτα την θερμοκρασία στην καρδιά σου, άσε εκείνη να διαλέξει την εποχή που θέλει να κατοικεί μέσα σου…»

Ετικέτες: ,

Related Posts

Βαλίνα Τραϊκάπη
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB