Mετανάστης

της Μαίρης Τσιόικα

Photo by: Amalia Lampri

Πέρασαν κιόλας είκοσι χρόνια από την τελευταία φορά που επισκέφθηκε τον τόπο του. Τα γέρικα χέρια του, έπιασαν τη βαριά καφετιά βαλίτσα. Με βήμα διστακτικό, προχώρησε μπροστά. Μια βιαστική νεαρή σκόνταψε πάνω του. Δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία κι ας μην του ‘πε ούτε συγγνώμη. Με δυσκολία ανασήκωσε το χέρι του, για να καλέσει ένα ταξί, που έτυχε να περνά από εκεί μπροστά. Το ταξί σταμάτησε αμέσως. Χαμογέλασε από ικανοποίηση, όταν σκέφθηκε τις ατελείωτες ώρες που μάταια προσπαθούσε να μπει σε ταξί, πίσω στη Νέα Υόρκη. Ο ταξιτζής τον ρώτησε πού ήθελε να πάει. Για λίγα λεπτά χάθηκε στις σκέψεις του χωρίς να δίνει απάντηση. Ο ταξιτζής επανέλαβε πιο δυνατά: « Που θέλεις να σε πάω μπάρμπα;». Χαμογέλασε για ακόμη μια φορά: «Θα με πας στο κέντρο, στην Αριστοτέλους θα με αφήσεις. Αλλά πρώτα θα με πας, μια βόλτα στην παραλία με το αζημίωτο φυσικά».

Η βόλτα ξεκίνησε, ο Βασίλης κόλλησε τη μουτσούνα του στο παράθυρο του ταξί και παρατηρούσε το αστικό τοπίο, ενώ ο ταξιτζής αναψοκοκκινισμένος απ’ τη ζέστη άνοιξε το δικό του. Όλα έμοιαζαν τόσο ίδια αλλά και τόσο διαφορετικά. Τα μάτια του αναζήτησαν το δρομάκι που φίλησε πρώτη φορά το Μαράκι, τον πρώτο του έρωτα. Για κακή του τύχη, ένα φορτηγό είχε σταθεί στη μέση του δρόμου, παρεμποδίζοντας τη νοσταλγία. Λίγα μέτρα πιο κάτω, άρχισε να αχνοφαίνεται ο Λευκός Πύργος. Μόλις τον αντίκρισε ένιωσε αυτόματα, ένα μούδιασμα κάπου στην καρδιά. Σαν ήταν παιδί τα καλοκαίρια, τον έπαιρνε η μάνα του απ’ το χέρι και πηγαίνανε βόλτα, μέχρι τον Λευκό Πύργο. Φορούσε πάντα εκείνο το κοντό καφέ παντελονάκι. Εκείνο που άφηνε γυμνά τα λεπτοκαμωμένα ποδαράκια του και από πάνω την ριγέ, κοντομάνικη, μακό μπλουζίτσα του, στα χρώματα της ελληνικής σημαίας, όπως του έλεγε η μακαρίτισσα η μάνα του. Σαν έφταναν κάτω από τον Λευκό Πύργο, του’ παιρνε παγωτό από έναν πλανόδιο παγωτατζή. Το καταβρόχθιζε στη στιγμή, κάθε φορά με την ίδια λαχτάρα.

Σκεφτόταν πόσο του είχαν λείψει εκείνα τα χρόνια και βαριανάσανε. Ο ταξιτζής τον παρατηρούσε από τον καθρέφτη με απορία. Ο δρόμος ήταν γεμάτος αμάξια, η κίνηση ήταν αφόρητη. Τα κορναρίσματα, συνέφεραν τη σκέψη του Βασίλη και την επανέφεραν στο τώρα. Οι φωνές των οδηγών και των περαστικών, τον έβαλαν σε νέες σκέψεις. Η πόλη του είχε πράγματι αλλάξει πολύ. Οι άνθρωποι, τα σπίτια, οι δρόμοι ακόμη και ο Λευκός Πύργος, έμοιαζε λιγότερο φωτεινός, απ’ ότι θυμόταν. Πώς να ήταν άραγε το Μαράκι; Όταν την άφησε ήταν σαν τα κρύα τα νερά, ψηλή με όμορφες μεσογειακές καμπύλες και ξανθά αγγελικά μαλλιά. Η σχέση τους κράτησε τέσσερα ολόκληρα χρόνια, αλλά η απόφασή του να φύγει για την Αμερική, ύστερα από το θάνατο της μάνας του, τη βρήκε αντίθετη. Έφυγε μόνος και πικραμένος. Δύο χρόνια αργότερα πέθανε και ο πατέρας του, τίποτε δεν τον τραβούσε πια εδώ. Ένα περίεργο όνειρο πριν μερικές μέρες τον έκανε να επιστρέψει, έπειτα από είκοσι χρόνια φυγής.

Ο ταξιτζής του ‘ριξε μια απαλή σπρωξιά για να τον ταρακουνήσει και έπειτα του φώναξε: «Μπάρμπα εδώ είμαστε, φτάσαμε, ελπίζω να σου άρεσε η βόλτα!». Με αργές κινήσεις ανασήκωσε το γερασμένο του κορμί, έβγαλε από την τσέπη του το πορτοφόλι, πλήρωσε και κατέβηκε στην μεγάλη πλατεία. Σε ένα παγκάκι αναγνώρισε την μορφή της. Σίγουρα αυτή ήταν. Δίχως δεύτερη σκέψη, πέρασε μέσα από ένα σμήνος περιστεριών, που λιάζονταν στις τσιμεντένιες πλάκες της Αριστοτέλους, διαταράσσοντας την ηρεμία τους. Την πλησίασε, ακούμπησε τον ώμο της και παράτολμα ξεστόμισε: «Καλημέρα Μαρία!».

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαίρη Τσιόικα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

24 shares

See You In FB