Μαραθώνιος υπομονής

της Μαρίας Κωνσταντινοπούλου

Τρέχει, τρέχει να προλάβει να είναι συνεπής στη δουλειά του. Έχει και τα τρία κουτσούβελα στο σπίτι. Πώς να τα βγάλει πέρα; Μπαίνει στο αυτοκίνητο, γυρνά το κλειδί και γκαζώνει να μην ακούσει πάλι παράπονα. Το αφεντικό του σωστός χαραμοφάης και επιβλέπων σε οτιδήποτε. Ελέγχει να μην έγιναν λάθη, ρίχνει βλέμματα φωτιά σε κάθε εργαζόμενο. Τον έτρεμε και τον τρέμει και για αυτό τρέχει. Μη δει την απόλυση να έρχεται.

Τον πιάνει το πρώτο φανάρι και βρίζει τους πάντες για την γκαντεμιά. Σκέφτεται ποιος τον γρουσούζεψε, αυτός να την πληρώσει. Θυμήθηκε πως είχε δει την πεθερούλα του που του ευχήθηκε καλή δουλειά. Πώς μπορεί η δουλειά να πάει καλά, όταν βγαίνει από το στόμα της; «Καλή δουλειά» ευχήθηκε, «καλά στερνά» εννοεί η γρουσούζα! Κοιτά το ρολόι να δει την ώρα. Εισπνέει, εκπνέει την αγωνία του να μην αργήσει. Το κόκκινο στο φανάρι έγινε πράσινο και ύστερα εξαφανίστηκε. Μία στροφή και είναι στη δουλειά του. Ξεφυσά ανακούφιση και σκέφτεται τον καλό λόγο που θα του έλεγε η μανούλα του. Πάντα την θυμάται, αν και έχει φύγει καιρό τώρα.

Αντικρίζει την φωτεινή επιγραφή της καντίνας «Αν δεν φας, δεν θα χορτάσεις – Αλέκος». Παρκάρει και τρέχει γρήγορα να βάλει την ρόμπα, ώστε να είναι κατάλληλα ντυμένος στη δουλειά. «Συγγνώμη, αφεντικό που άργησα», του λέει με το κεφάλι σκυφτό. «Συγχωρεμένος», απαντά το αφεντικό. Φτύνει τον κόρφο του για να μην δικαιωθεί η πεθερά του που βάζει λόγια στην γυναίκα του να τον χωρίσει. Όχι, δεν θα της περάσει, ούτε τώρα, ούτε ποτέ! Ώρα να πιάσει δουλειά να ξεχαστεί από την τρέλα που του φορτώνει η μέγαιρα.

Έχει κιόλας τον πρώτο πελάτη, ένας τύπος με πόρσε και μία ξανθιά γκόμενα στη θέση του συνοδηγού. Τα λεφτά του να είχε, να τάιζε τα παιδιά του και τη γυναίκα του. Να κανε και ο Γιωργάκης και εκείνη την εγχείρηση που πρέπει, αλλά λεφτά πού; Πουθενά. Παραγγέλνει ο τύπος δύο χοτ ντογκ και γρήγορα. Γρήγορα, όλα γρήγορα, τίποτα στο πιο αργό. Το πρωί να σηκωθεί, να πλυθεί, να ξυπνήσει τα παιδιά, να σηκώσει την Λενιώ που περιμένει το τέταρτο και μετά να έρθει η πεθερά και να τον φωνάζει άχρηστο. Τρέχει για να γλυτώσει και να τον γλυτώσουν από τα ηρεμιστικά. Ετοιμάζει γρήγορα τα χοτ ντογκ και τα δίνει στον τύπο. « Πάρε, αυτά είναι δικά σου. Φαίνεται ότι είσαι ξένος και ταλαιπωρημένος», του απαντά με ύφος χιλίων καρδιναλίων. Στέκεται σαν άγαλμα και δεν ξέρει τι να πει. «Φίλε, Έλληνας είμαι, ένας μεροκαματιάρης, μην κοιτάς εσύ που έκανες την τύχη σου. Δεν είμαστε όλοι λεφτάδες», του φωνάζει. Βαρέθηκε να τον λυπούνται και βαρέθηκε να είναι λυπημένος για να κερδίσει το τίποτα και την περιφρόνηση.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

50 shares

See You In FB