Λύτρωση

της Αναστασίας Καλοβέρου

Τη μοναδική ταβέρνα στον παραδεισένιο κόλπο με τη σμαραγδένια θάλασσα, χρόνια πριν, την είχε ο Σώτος.
Όλοι τριγύρω στην περιοχή, θα πήγαιναν εκεί για κρασί και μεζέ.
Τοπίο μαγικό κρυμμένο από την πολυκοσμία, με ανόθευτα πορτοκαλί ηλιοβασιλέματα.
Κόσμος και κοσμάκης. Οικογένειες και κατασκηνωτές. Κάθε ηλικία, φύλο και εθνικότητα, λίγοι και καλοί, συναντιόνταν στο μικρό ταβερνάκι με τις κρεμαστές κουδούνες που βαρούσαν στα μεγάλα και αυθεντικά λαϊκά ξενύχτια του καλοκαιρινού λιγοστού λαού.
Τηγανητές πατάτες, στο χέρι κομμένες και μεζέδες ζωντανοί από το πεντακάθαρο καταγάλανο θαλασσινό νερό. Φρέσκο ψάρι και κρέας κόκκινο από τις προβατίνες στα πέρα μαντριά της Χαλκιδικής.
Ελλάδα, με τα ωραία σου.
Ό,τι θέλει η ψυχή και το στομάχι το νηστικό, μετά τα μακροβούτια και τις ξάπλες στον πύρινο ήλιο του μεσημεριού.
Σε ένα γωνιακό τραπέζι, ένα βράδυ, κάθεται μαγεμένη μια νεαρή, ξανθιά τουρίστρια. Αγγλίδα.
Ο Σώτος, θα τη φλερτάρει για μέρες ως γνήσιος ντόπιος αρσενικός.
Και σε ένα τσιφτετέλι, που θα σηκωθεί το αγγλικό κορμί να λικνιστεί κι αφού έχει μπει στο πνεύμα του κεφιού, μέρες τώρα, θα βαρέσουν οι κουδούνες οι κρεμασμένες από την κληματαριά από τα χέρια του Σώτου, που τραβάει τα σχοινιά σα να παίζει μαριονέτες.

Ο Σώτος τη λαχταρά. Εκείνη παίζει, ελεύθερη και καψαλισμένη από τον ήλιο και τη ζαλάδα του κόκκινου κερασμένου κρασιού.
Μια παρέα με παλικαράκια παραδίπλα, παρακολουθεί το σκηνικό κι ένα αγόρι ψηλό, σηκώνεται και τη συνοδεύει λικνίζοντας κι αυτός το γυμνασμένο του κορμί, δίπλα της.
Ερωτισμός και μαγεία. Χαμόγελα και αγγίγματα στα χέρια.
Ταγκό με γεύση ελλαδίσια, κόρτε και πυροτεχνήματα στα μάτια τους.
Μα ο Σώτος, πιωμένος, δεν θα το δεχτεί.

Θα σπάσει ένα μπουκάλι μπύρας κι ανάποδα κρατώντας το, θα επιτεθεί με μένος στο νεαρό αγόρι.
Η παρέα του αγοριού, τρέμει τη στιγμή του φονικού.
Το θηρίο θα ορμήξει προς το λαιμό του νεαρού, βάζοντας μπροστά τα αιχμηρά γυαλιά από το κομματιασμένο μπουκάλι.
Οι χοροί σταματούν και μένουν ακίνητοι όλοι στην ταβέρνα.
-Θα σε σκοτώσω, ρε!
Το αγόρι, ήρεμο καρφώνοντας τα μάτια του στα γεμάτα μίσος μάτια του Σώτου, αναπνέει αργά και σταθερά.
-Έλα.
Του λέει και ανοίγοντας τα χέρια του, τον προσκαλεί στην αγκαλιά του, προτείνοντας το στέρνο του και κοιτώντας τον βαθιά στα μάτια.

Δευτερόλεπτα σε έναν αιώνα. Ο χρόνος σταματά.
Το μπουκάλι πέφτει από τα χέρια του Σώτου, η ματιά του χαμηλώνει και σα λαβωμένο ζώο, χύνεται στην αγκαλιά του αγοριού, με λυγμούς.
Λύτρωση.
Η καμπή που, η ζωή όλων μας αλλάζει σε μια μόνο μικρή στιγμή.

Η καρδιά του Σώτου, γλύκανε.
Και το πώς άλλαξε η ματιά του ανθρώπου τούτου, μετά από αυτό το συμβάν, μόνο οι κοντινοί του άνθρωποι το γνωρίζουν. 

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Καλοβέρου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

34 shares

See You In FB