Λυσίανθος

της Μαίρης Τσιόικα

«Πριν φύγεις, να περάσεις από το ανθοπωλείο. Πάρε μια μεγάλη ανθοδέσμη με ροζ λυσίανθους για να της πας, ξέρεις είναι το αγαπημένο της λουλούδι, θα χαρεί πολύ.» Πράγματι η Λίζα, σχολώντας από τη δουλειά μπήκε στο πιο κοντινό ανθοπωλείο, αγόρασε την πιο όμορφη ανθοδέσμη από λυσίανθους και κατηφόρισε προς τον προορισμό της. Λίγη ώρα αργότερα έφτασε μπροστά από ένα αρχοντικό, ξεχασμένο στην εποχή του ’40. Ήταν ένα ψηλό κτήριο, στο κέντρο του οποίου δέσποζε μια ξύλινη πόρτα και γύρω γύρω μικρά παράθυρα ξύλινα και αυτά, δίχως παντζούρια μα με παραθυρόφυλλα. Είχε καιρό να την επισκεφθεί, όχι πως δεν ήθελε αλλά μόλις έπιασε δουλειά, την πρώτη της και κάπως ξεχάστηκε απ’ όλους και απ’ όλα. Τα μάτια της αναζήτησαν το μπρούτζινο ρόπτρο σε σχήμα λιονταριού πάνω στην πόρτα, σήμα κατατεθέν των παιδικών της χρόνων. Ατελείωτες ώρες όταν ήταν παιδί, προσπαθούσε να το φτάσει για να χτυπήσει την πόρτα, όσο μεγάλωνε τόσο το χεράκι της έπαιρνε θάρρος, όλο και το πλησίαζε. Τακ τουκ έκανε το ρόπτρο, τακ τουκ και η καρδιά της.
Με τρεις διαδοχικούς χτύπους, χάιδεψε την πόρτα και περίμενε υπομονετικά. Τα δευτερόλεπτα κυλούσαν βασανίστηκα. Το σπίτι φαινόταν άδειο εγκαταλελειμμένο, βουβό. Η Ελίζα πλησίασε το παράθυρο, έριξε μια ματιά στο εσωτερικό και επέστρεψε πίσω στην πόρτα, έπιασε το ρόπτρο, αυτή την φορά χτύπησε με όλη της την δύναμη. Η πόρτα άνοιξε. Μια χαμογελαστή κυρία την καλωσόρισε και σε σπαστά ελληνικά της είπε πως αυτό που αναζητούσε ήταν στην μεγάλη κάμαρη, στον επάνω όροφο. Η Ελίζα έκανε τα πρώτα βήματα στο χώρο. Στα χέρια κρατούσε την μυρωδάτη ανθοδέσμη. Όλα έμοιαζαν ίδια, οι μεγάλοι καθρέφτες στους τοίχους, τα σεμεδάκια πάνω σε κάθε λογής έπιπλο. Όλα ήταν εκεί στην ίδια θέση, σαν να μην είχε περάσει στιγμή από την τελευταία φορά.
Ανέβηκε την σκάλα, το ξύλινο πάτωμα έκανε θόρυβο σε κάθε της βήμα, σαν να προειδοποιούσε όλο το οίκημα πως η μικρή Ελίζα που κάποτε έτρεχε πάνω κάτω στο σπίτι, επέστρεψε. Άνοιξε την πόρτα, την αντίκρισε ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Χαμογέλασε. Έπιασε μια καρέκλα και την τοποθέτησε δίπλα της. Εκείνη άνοιξε τα μάτια της, η απορία στο βλέμμα της έδειχνε πως δεν την θυμόταν πια. «Αυτά είναι για σένα γιαγιά μου» της είπε. Το βλέμμα της κυρά-Μαρίας έλαμψε μόλις είδε τους όμορφους λυσίανθους. Άρπαξε την ανθοδέσμη και αγκάλιασε την Ελίζα. «Σε ευχαριστώ καλό κορίτσι, ξέρεις αυτό το λουλούδι είναι το αγαπημένο μου». Η Ελίζα χάιδεψε τα λευκά ακατάστατα μαλλιά της γιαγιάς της και την ρώτησε, που θα ήθελε να βάλουν την ανθοδέσμη. « Καλό κορίτσι, θέλω να τα κρατήσω στην αγκαλιά μου τα λουλούδια» της απάντησε. Έτσι και έγινε.
Έμεινε μία ώρα εκεί στην καρέκλα να την χαζεύει, που έπαιζε λες και ήταν παιδί με τους λυσίανθους, φαινόταν χαρούμενη και αυτό έδινε και σ΄αυτή χαρά. Λίγο πριν φύγει της έδωσε ένα φιλί και της ψιθύρισε στο αυτί, «Γιαγιά σ’ αγαπώ!». Η κυρά-Μαρία την κοίταξε με ύφος σοβαρό, σαν κάτι να ένιωσε ξαφνικά, γρήγορα όμως επέστρεψε στους ροζ λυσίανθους. Η ώρα είχε περάσει. Η Ελίζα σηκώθηκε από την καρέκλα. Στα κρυφά έκλεψε ένα από τα άνθη, που είχαν στολίσει το κρεβάτι.
Φεύγοντας, τοποθέτησε τον ροζ λυσίανθο πάνω στο ρόπτρο. Έκανε μερικά βήματα πίσω να κοιτάξει το σπίτι που μεγάλωνε τα καλοκαίρια, ανάμεσα σε καθρέφτες, σεμεδάκια, βάζα με λυσίανθους και την καλοσυνάτη φωνή της κυρα-Μαρίας να λέει : «Λιζάκι μου δεν θα την ξεχάσεις την γιαγιά σου όταν μεγαλώσεις ε; Και αν γίνει γεροπαράξενη και φωνακλού να την μαλώνεις, αλλά να την αγαπάς». Ένα δάκρυ κύλισε από τα μάτια της, έπρεπε όμως να φύγει. Γύρισε την πλάτη και υποσχέθηκε πως σύντομα θα επιστρέψει. Η καρδιά της έκανε τακ τουκ ακόμη, ενώ το ρόπτρο ησύχαζε στην αγκαλιά του ροζ λυσίανθου.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαίρη Τσιόικα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

34 shares

See You In FB