Ξέσπασμα

της Μελίνας Μητροπούλου

Περπατάς σε δρόμο σκοτεινό. Κοιτάς αριστερά, δεξιά, πίσω. Το μόνο που υπάρχει είναι μια μουντή ομίχλη που ξέσπασε μετά την καταιγίδα. Όλα γκρι. Σαν την ψυχή σου. Όλα έρημα. Όπως και η ψυχή σου. Περπατάς πιο κάτω. Στενάκια δεξιά και αριστερά. Σκοτεινά σοκάκια. Κάτι βλέπεις να κινείται. Φεύγεις τρομαγμένη. Σκοντάφτεις σε σύριγγες τελειωμένες. Ευχαριστείς τον Θεό που σε έχει καλά και τον παρακαλάς να βοηθήσει αυτούς. Τους κατόχους των συριγγών. Συνεχίζεις και περπατάς, προς το άγνωστο. Δεν ξέρεις που βρέθηκες. Περπατάς ώρες και ακόμα δεν έχεις φτάσει κάπου. Φοβάσαι μη βρεθείς στην πόρτα του. Στην πόρτα αυτού,  που γι’ αυτόν περπατάς. Τρομάζεις σε ιδέες που δεν είχες σκεφτεί ποτέ σου. Τον αποχωρισμό της μεγάλης πρώτης αγάπης. Ναι. Πρώτη αγάπη. Γιατί να φτάσει εδώ μια μεγάλη αγάπη; Μεγάλα όνειρα, μεγάλες σκέψεις μεγάλες πράξεις για μια μεγάλη πρώτη αγάπη βυθιστήκαν σε μια στιγμή, στην άβυσσο του μεγαλυτέρου ωκεανού. Ή μήπως η μεγαλύτερη άβυσσος είναι η κάρδια του και βυθίστηκες εσύ εκεί; Αναρωτιέσαι. Στέκεσαι σαν άγαλμα αρχαίο μπροστά στα κάγκελα του δρόμου εκεί στο Θησείο. Εδώ τον άγγιξες πρώτη φορά. Αναπολείς. Σηκώνεις το βλέμμα ψηλά. Αναρωτιέσαι. Μπορώ να μετρήσω τα αστέρια; Ξεκινάς να μετράς. 1, 2, 3, 4, 5… 106, 107, 108. Μάλλον αμέτρητα είναι αυτά. Θα μπορούσε η αγάπη να μετρηθεί; Να, όπως μετράς τα αστέρια. Να του έλεγες: μετρά την αγάπη και θα δεις πως δεν μπορείς. Συναντάς εκεί έναν μουσικό του δρόμου. Ψάχνεις τις τσέπες σου. Βρίσκεις κάτι ψιλά που έμειναν από τις τελευταίες μπύρες που πήρες. Τα δίνεις και αρχίζεις να τραγουδάς έναν σκοπό. Το τραγούδι που θύμιζε λίγο τα χείλη του όταν το σιγοτραγουδούσε και αυτός. Αυτόν το γλυκό σκοπό που φαινόταν μελώδια, νανούρισμα στα αυτιά σου κάθε βράδυ. Εκεί. Στο διπλό κρεβάτι, πριν τον ύπνο σας. Στο διπλό κρεβάτι που έχει μείνει μισό. Τελειώνει το τραγούδι και προχωράς προς το μετρό. Χαζεύεις τις ράγες. Κάθε μια από αυτές και ένας προορισμός. Ο δικός σου σήμερα ποιος είναι; Χάνεσαι στα σοκάκια της Αθήνας. Δεν ξέρεις πλέον που πας. Μια εβδομάδα κράτησε ο θυμός σου, γι’ αυτόν έναν ολόκληρο μήνα. Και ακόμα δεν αντέχει να σε δει. Βλέπεις μια σιδερένια πόρτα μπροστά σου. Μεγάλη είναι. Με σχέδια νεοκλασικά. Σκούρο καφέ είναι και θυμάσαι. Σε μια τέτοια βγάλατε την πιο όμορφη σας φωτογραφία με φόντο το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου. Αναμνήσεις που δε γυρίζουν πίσω. Γιατί αν γύριζαν, θα ήταν πιο όμορφη η ζωή σου. Δε θα καθόσουν τώρα μόνη, μπροστά σε ένα ερειπωμένο σπίτι και να αναπολείς. Θα ήσουν εκεί μαζί του. Στο διπλό κρεβάτι να του ψιθυρίζεις συλλαβές και να τραγουδά παρέα με σένα. Τη γυναίκα που ερωτεύτηκε. Ανοίγεις την μεγάλη πόρτα και κουρνιάζεις σαν αδέσποτο σκυλί. Βγάζεις και τα ελάχιστα ρούχα που πρόλαβες να πάρεις. Τα βγάζεις για να ζεσταθείς. Ξαπλώνεις. Όπου βρεις μέσα στη σκοτεινιά, μέσα στο κρύο, μέσα στην μοναξιά.  Ξεσπάς, κλαις, φωνάζεις, πετάς  ό, τι βρεις μπροστά σου. Βρίζεις την κατάσταση ή μάλλον τον εαυτό σου που σε έφερε σε αυτήν την κατάσταση. Αναπολείς στιγμές και φωνάζεις ακόμα περισσότερο. Φωνάζεις ένα μεγάλο «γιατί». Φωνάζεις στην καρδιά που σε πλήγωσε, στη δική σου καρδιά που σε άφησε μόνη και ορκίζεσαι ποτέ ξανά. Δεν σε ακούει κανείς. Κανείς δεν είναι εδώ να σε ακούσει. Μόνη περνάς τον πόνο που προκάλεσες η ίδια. Φανερώνεις μυστικά μόνη σου και παρακαλάς το σύμπαν να σου φέρει πίσω ό,τι με ψυχή αγάπησες. Αγάπη είναι να προσπαθείς να είναι το άλλο σου μισό δίπλα σου για να σε συμπληρώνει, να ενώνετε μαζί κομμάτια, στιγμές, για μια ζωή κοινή. Αγάπη είναι να φροντίσεις να μη λείπει τίποτα στον άλλον. Ούτε εσύ να του λείπεις. Να του λες ψιθυριστά όλα όσα ονειρεύεσαι κοντά του και αυτός να τα ακούει και να σου γνέφει και να σου χαμογελάει. Ακόμα και στον ύπνο του. Εκεί είναι η αγάπη. Να κοιμάσαι και να φροντίζει να κοιμάσαι καλά. Να σου φτιάχνει τα όνειρα και να χαμογελάς μαζί του. Να σου φτιάχνει όνειρα γλυκά, χωρίς εμπόδια και ανατροπές. Φωτογραφία κρατάς. Είναι η αγαπημένη σου δεν την σκίζεις ούτε την καις όπως έχεις δει στις ταινίες. Την κρατάς και κλαις. Κλαις τόσο δυνατά για να σε ακούσει. Να σε ακούσει ποιος; Ποιος είναι εδώ να σε ακούσει, να σε αγκαλιάσει και να σε νιώσει; Ένας άντρας να σε κοιτάξει θες. Ο άντρας που αγάπησες και το παραδέχτηκες αργά. Ένας άντρας που δίπλα σου γινόταν παιδί και σε είχε σαν το αγαπημένο του παιχνίδι. Ποτέ μην το χάσει, ποτέ να μην το χαλάσει. Το πρόσεχε. Έναν τέτοιο άντρα.  Ένας άντρας που για σένα δεν ήταν άντρας. Είναι οι στιγμές σου. Είναι μια ζωή που μάλλον κλείνεις μέσα σε ένα ξεχασμένο κουτί μαζί με όλες τις αναμνήσεις. Το παρατάς; Έχεις την δύναμη να το παρατήσεις; Η δύναμη σου εξαντλείται. Δεν μπορείς να φωνάξεις, ούτε να βρίσεις ούτε καν να κλάψεις. Χάνεσαι σε έναν κόσμο χωρίς επιστροφή. Ανάμεσα στην αλήθεια και σε ό, τι σε πληγώνουν. «Δεν είναι ωραία εδώ», φωνάζεις με όση δύναμη σου έχει απομείνει.  Διπλώνεσαι σαν βρέφος στην κοιλιά της μαμάς. Διπλώνεσαι και σκέφτεσαι «ας μείνω για πάντα παιδί να μην πληγώνομαι ούτε να πληγώνω». Καλύτερα έτσι. Μένεις ακίνητη. Ρίχνεις το τελευταίο δάκρυ. Το μαζεύεις στη χούφτα σου. Κοιμάσαι με το δάκρυ σαν να είναι το δάκρυ του, η μυρωδιά του, η αγκαλιά του. Κοιμάσαι με τις ενοχές και την εγκατάλειψη να βασανίζει τα στήθια σου. Κοιμάσαι. 

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μελίνα Μητροπούλου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

72 shares

See You In FB