Κλειστά παντζούρια, ανοιχτές πληγές

της Μελίνας Μητροπούλου 

Τα παντζούρια σου μέρα νύχτα ανοιχτά. Ξέρεις, από αυτά τα σκούρα καφέ, βαριά παντζούρια που η σκοτεινιά σε διαπερνά όταν τα κλείνεις. Περνώ κάθε μέρα από το παράθυρο σου και το βλέπω. Σκιές γνώριμες μέσα από αυτά. Γέλια που θυμίζουν στιγμές χαράς. Ξαναπερνώ σήμερα. Δεν είσαι εκεί να δω τη σκιά σου. Σε περιμένω. Το παντζούρι πάλι ανοιχτό. Σαν κάτι να περιμένεις να φανεί μέσα από το κρύο τζαμί. Έχεις ξεχάσει το φως ανοιχτό. Η κουρτίνα η λινή ανεμίζει σαν την γαλανόλευκη. Ερχόσουν εσύ στην αρχή. Είχα χαθεί. Μα τώρα σειρά μου. Δώρα παρμένα από εκδρομές που είχα τάξει σε σένα καρδιά μου. Και τώρα γυρνάς μόνος από δω και από κει. Θέλω να σε βρω να σου πω για τα παντζούρια σου. Χάθηκες εσύ, χαθήκαν και τα λόγια που μου είπες ένα βράδυ. Ποιος είπε ότι το Ζεϊμπέκικο είναι αντρικός χορός; Έβαλα σιγά να παίζει το αγαπημένο σου τραγούδι, μια ρουφηξιά από το αγαπημένο σου τσιγάρο και χόρεψα για σένα. Να εδώ κάτω από το σπίτι σου. Μήπως το ακούσεις και φανείς από τις σκούρες σκιές του παραθύρου. Τελειώνω τον χορό και κάθομαι στο πεζούλι που σε άφηνα πριν λίγο καιρό και μου έλεγες ιστορίες από μακρινά σου ταξίδια. Τώρα θα σου πω εγώ ιστορίες από αγάπες που μάτωσαν και από έρωτες που χάθηκαν στο πέρασμα μιας μαύρης τρομαχτικής σκιάς.

Κρατάω στα χέρια μου ένα μικρό κουτί. Από παλιά σου παπούτσια είναι. Δώρο γενεθλίων. Πλέον είναι το τελευταίο που έχω να θυμάμαι. Ένα κουτί γεμάτο συναισθήματα που ξεχειλίζει από έρωτα και αγάπη. Αναμνήσεις από κάτι καλοκαίρια και κάτι χειμώνες που κράτησα όταν εσύ έλειπες. Είναι και κάτι δικά σου πράγματα εδώ μαζεμένα. Τόλμησα να το ανοίξω. Έμοιαζε σαν παιδικό βιβλίο εικόνων που το ανοίγεις και σε παρασέρνει ο αέρας του παραμυθιού, και γίνεται η ιστορία πραγματικότητα. Έτσι με παρέσυραν οι αναμνήσεις και βρίσκομαι σήμερα εδώ. Θυμάσαι όταν σε γνώρισα; Ναι σίγουρα θυμάσαι. Τώρα προσπαθείς να ξεχάσεις στιγμές που για μένα μένουν ανεξίτηλες μέσα σε ματωμένα χαρτιά. Εγώ όμως έβγαζα εαυτούς που κρύβονται σε άγρια θεριά. Μαζί σου ξεδίπλωσα ορμές γεμάτες πάθος χωρίς αναστολές και ντροπές. Σε σελίδες, κορμιά άδεια και λεύκα, ζωγράφιζα χρόνους, θαμμένους ωκεανούς που στα πελάγη μοιάζουν μικρές σταγόνες.

Έζησα μαζί σου στιγμές που κρατώ ακόμα εκεί στην άκρη του μυαλού και στην ακτή της θάλασσας σκέφτομαι να τα θάψω για να τα βρω του χρόνου ίδιο καιρό. Και πιο μετά, όταν θα έχουμε γεράσει και τα χέρια θα τρέμουν αλλά τα σώματα θα θυμούνται αρώματα και ανάσες. Θυμάσαι τα δύο πρώτα μας χρόνια; Έμοιαζαν μαγικά, λες και είχε πέσει αστερόσκονη και τα έκανε όλα τόσο αληθινά, τόσο μοναδικά. Ξέρω ότι κρυφοκοιτάς μέσα από τα ανοιχτά σου πατζούρια. Ξέρω ότι μ’ ακούς να σου μιλάω για τις ιστορίες μας και τα αισθήματα μας. Μα κοιμήσου τώρα αγάπη μου. Κλείσε τα πατζούρια και κοιμήσου ήσυχα. Φεύγω όπως έφευγες και εσύ κάθε φορά. Μόνο έτσι σε θυμάμαι. Να φεύγεις και να αφήνεις ανοιχτά πατζούρια.

Αφιερωμένο στη Βάσω Αγγελέτου

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μελίνα Μητροπούλου
by
Previous Post Next Post
67 shares

See You In FB