Καβούκια

της Μαίρης Τσιόικα

Για έναν κόσμο άβουλο μιλώ. Για μια ζωή εγκλωβισμένη σε καβούκια ανθρώπων, ανθρώπων δίχως σκέψη κριτική. Βαριά καβούκια, βαριά και ασήκωτα. Για μια ζωή κάτω απ’ το πέπλο μιας δήθεν ελευθερίας, που δεν υφίσταται μέσα στα «πρέπει» και τα «θα» της ίδιας της ζωής. Μιας ελευθερίας πλασμένης από τύραννους, που αντί για αερικό, όμοια είναι με σκιάχτρο, να την βλέπουν οι απαίδευτοι και με μανία να τρέχουν μακριά για να ξεφύγουν. Κι όπως τρέχουν τα καβούκια τους να βαραίνουν και να βαραίνουν, ώσπου να σωριάζονται στην γη σαν ερπετά. Από κει χάμω να κοιτούν τον κόσμο, με μικροπρέπεια και κακία και το καβούκι να βαραίνει και να βαραίνει, κι όσο πιο πολύ βαραίνει να τους ενοχλούν όλα γύρω τους. Το χώμα να μοιάζει με λάσπη, ο διπλανός με απειλή, και ο ουρανός με όνειρο άπιαστο καταραμένο.

Ο καιρός να περνά και τα καβούκια να αποκτούν διάφορα χρώματα, άλλα λευκά, άλλα σκούρα μαύρα, άλλα κιτρινωπά και άλλα ερυθρά. Τα ερπετά να μπαίνουν σε ομάδες για να επιβιώσουν μέσα στην λάσπη και να αλληλομισιούνται, με αιτία το χρώμα κάθε ομάδας. Οι τύραννοι από ψηλά να κοιτούν και να χλευάζουν, κι όσο χλευάζουν το σκιάχτρο να αποσυντίθεται, η σκιά του να μικραίνει κι όσο μικραίνει τόσο λιγότερο να την παρατηρούν τα ερπετά, να μη φοβούνται πια μα ούτε και να ελπίζουν, μονάχα να μένουν εκεί χάμω παραδομένοι στο άπιαστο όνειρο και τα καβούκια να βαραίνουν και να βαραίνουν. Από ερπετά να μεταλλάσσονται σε βίαια θηλαστικά και να γεννοβολούν μωρά με καβούκια και πρόσωπα γκριζωπά, χωμένα μέσα σε γυάλινες οθόνες και από εκεί μέσα να εξαπολύουν δηλητήριο, χρυσάφι στα χέρια των τυράννων.

Για μια ελευθερία θα σου πω, που χάθηκε στου χρόνου την κλεψύδρα και έγινε ανάμνηση στο πίσω μέρος ενός γέρικου καβουκιού δίχως χρώμα, δίχως μίσος, παραπεταμένο κάτω από φυλλάδες σε μια σκοτεινή κάμαρη.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαίρη Τσιόικα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

2 shares

See You In FB