Kάθε Ανατολή μια ελπίδα, κάθε Δύση μια ανάμνηση

της Μαίρης Τσίοικα

Όχι, αυτή η ιστορία δεν είναι ακόμη μια ιστορία αγάπης. Πολλοί υμνούν τον έρωτα, όμως αυτή τη φορά δεν θα είναι αυτός πρωταγωνιστής. Έχει καύσωνα, έχει ζέστη αφόρητη, ο κόσμος τροχάδην κατευθύνεται σε παραλίες και βουνά για να δροσιστεί. Η πόλη είναι έρημη, οι δρόμοι άδειοι. Παντού σιωπή. Περνούν μερικά αμάξια σαν φαντάσματα, αλλά κι αυτά κινούνται ήσυχα, ακολουθώντας τους νέους ρυθμούς. Τέτοιες βουβές μέρες οι λίγοι εναπομείναντες παλεύουν να επιβιώσουν.

 Είναι πρωί, όχι πολύ πρωί, όμως πρωί. Πόσο άραγε βαριέται να σηκωθεί από το κρεβάτι της; Δεν χώνεψε ποτέ αυτό το πρωινό ξύπνημα, όμως πρέπει να σηκωθεί απ’ το αφράτο κρεβάτι. Το κινητό χτυπά σαν δαιμονισμένο κανένα δίωρο τώρα, καρφάκι δεν της καίγεται. Αν δεν είχε αυτή τη μανία με το ξημέρωμα, θα ξυπνούσε στην ώρα της και δεν θα την έπρηζαν στα τηλέφωνα. Άντε τώρα να εξηγήσει, γιατί άργησε μια ώρα στο ραντεβού και πάει λέγοντας. Βαρέθηκε τις δικαιολογίες, στα κομμάτια όλα και όλοι. Ντύνεται βιαστικά, μαζεύει κότσο τα μαλλιά, πίνει μια γουλιά καφέ. «Να πάρει ευχή, τι τον ήθελα τον καφέ χάλια έγινε το πουκάμισο.» Αλλάζει πουκάμισο, βάζει παπούτσια, λίγο κραγιόν, άρωμα, έτοιμη. Βαρά με δύναμη την πόρτα φεύγοντας.

Οχτώ ώρες μετά είναι πάλι πίσω. Τα μαλλιά της είναι ακατάστατα, τα πόδια της κόκκινα και πρησμένα, μένουν δύο ώρες, πρέπει να κάνει γρήγορα ένα μπάνιο. Σε δυο ώρες φεύγει, όχι αυτή ο ήλιος. Κάνει μπάνιο με κρύο νερό. Σιγοτραγουδά. Μερικά λεπτά μετά, έχει ήδη στεγνώσει τα μαλλιά της, φορά το αγαπημένο του φόρεμα, εκείνο το κόκκινο, με τις λεπτές τιράντες και το άλφα τελείωμα. Λίγη ώρα έχει μείνει ώρα ακόμη, θέλει να είναι πιο νωρίς έτοιμη κι ας αργεί παντού και πάντα. Γεμίζει ένα ποτήρι λευκό κρασί και βγαίνει στο μπαλκόνι, η θέα από εκεί ψηλά, είναι η πιο όμορφη στην πόλη. Μαζί το διάλεξαν το σπίτι γι’ αυτή τη θέα, μερικά χρόνια πριν. Να ‘τος. Σιγά-σιγά κατεβαίνει, γίνεται ένα με τη γη, έπειτα σκοτάδι. Πάνε δύο χρόνια από τότε. Ναι τότε που ο Νίκος, έπαθε εκείνο το ατύχημα. Λίγο η πολλή δουλειά, λίγο η κούραση, έχασε τον έλεγχο εκείνο το καλοκαίρι. Δύο μήνες σε κώμα και έπειτα το τίποτα. Είναι μόνη πια. Κάποτε της είχε πει πως όταν ο ήλιος δύει, παίρνει μαζί του όλα τα όμορφα και τα άσχημα της μέρας. Βάλθηκε από εκείνη την μέρα που τον έχασε, να ελπίζει σε ένα θαύμα. Τάχα πως ο ήλιος θα πάρει πίσω εκείνο το μοιραίο ατύχημα και θα επιστρέψει το άλλο πρωί, με αυτόν στο πλευρό της.

Κάθε Δύση μια ανάμνηση, κάθε ανατολή μια Ελπίδα. Στο ξημέρωμα είναι ακόμη εκεί, φοράει ακόμη το κόκκινο φόρεμα και περιμένει. Όταν πια αυτός σηκωθεί για τα καλά στον ουρανό, σηκώνεται κι αυτή με πικρία, βάζει πιτζάμες και έπειτα ξαπλώνει, ώσπου να ξανασηκωθεί αργοπορημένη την επομένη, να πάει ξανά στη δουλειά, να επιστρέψει πάλι κουρασμένη, να κάνει ντουζ, να βάλει το κόκκινο φόρεμα και να σταθεί για ακόμη μία φορά εκεί μπροστά, προσμένοντας.

Ο κόσμος επιστρέφει στην πόλη απ’ τις παραλίες ή απ’ το βουνό. Η πόλη μοιάζει ίδια. Ίσως είναι ίδια, σίγουρα είναι ίδια. Οι δρόμοι γεμίζουν, η ησυχία διαταράσσεται. Τα αμάξια πληθαίνουν. Ο καύσωνας μεταλλάσσεται σε δροσιά. Ένα μονάχα είναι σίγουρο, ένα μονάχα παραμένει ίδιο, κάπου σε ένα μπαλκόνι εκεί έξω, έχει πάντα φως τα βράδια και λίγη μελαγχολία τα πρωινά.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαίρη Τσιόικα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

54 shares

See You In FB