Kατακόκκινο φιλί

της Αναστασίας Μιγδάνη

Έριξε νερό στο πρόσωπό της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τέντωσε το μέτωπό της προς τα πάνω, να εξαφανίσει τις ρυτίδες έκφρασης. Θυμάται τη μαμά της, κάθε φορά που έσμιγε τα φρύδια της, να την χτυπάει χαϊδευτικά και να της λέει «μην σμίγεις τα φρύδια σου, θα κάνεις ρυτίδες». Νευρίαζε και της απαντούσε με θυμό: «Σκασίλα μου».  Η νιότη δεν γνωρίζει αλλοίωση. Στα σαράντα κάτι σου, την έχεις γνωρίσει και προσπαθείς να την συνηθίσεις.

Έφερε στο μυαλό της το καφέ, μικρό χαρτάκι που ανακάλυψε πριν έξι μήνες. «Περίμενε την στιγμή που θα έρθω κοντά σου και θα πιάσω το χέρι που θα μου έχεις απλώσει. Να ζήσουμε τα θέλω μας  πέρα από πρέπει». Ολοστρόγγυλα, στρωτά γράμματα, γυναικεία. Από φιλικό, αγαπημένο χέρι. Παραλήπτης αυτός. Η απάντησή του, με τον άτσαλο γραφικό του χαρακτήρα, τρυφερή και γεμάτη υποσχέσεις. Κι άλλα χαρτάκια. Μικρά, μεγάλα. Άλλα με κόκκινα γράμματα κι άλλα με μπλε. Υποσχέσεις, επιθυμίες, πάθη. Κι αυτή καθισμένη στο πάτωμα, με τα όνειρά της σκορπισμένα γύρω, να τα διαβάζει. Κάθε λέξη έσπρωχνε και πιο βαθιά το μαχαίρι στην πληγή. Μέχρι να βρει το κόκκαλο. Να νιώσει αυτό που της συμβαίνει μέχρι εκεί που αντέχει. Ή που δεν αντέχει. Ακόμη καλύτερα. Όλα τα γεγονότα της ζωής της, ήθελε να τα βιώνει στον υπερθετικό βαθμό. Μόνο έτσι μπορούσε να τα ξεπεράσει. Τα ημίμετρα δεν τα χώνευε. Οτιδήποτε χλιαρό την απωθούσε. «Χλιαρό, μ’ αρέσει μόνο το φαγητό», συνήθιζε να λέει γελώντας. «Τη ζωή μου την θέλω καυτή».

Κι όμως τα τελευταία δύο χρόνια, την είχε αφήσει να κρυώσει. Παραιτήθηκε από τη δουλειά της, για να τον βοηθήσει στη δουλειά του. Δίπλα του, από το πρωί μέχρι το βράδυ. Να ανέχεται τις προσβολές του, τα νεύρα του, τις παραξενιές του. Αυτός που πάντα ήταν τρυφερός μαζί της. «Το άγχος της δουλειάς», σκεφτόταν και τον δικαιολογούσε. «Κάνε υπομονή. Θα του περάσει». Μόνη της παρηγοριά οι ώρες που μιλούσε μαζί της. Εκείνες τις ώρες άφηνε τον εαυτό της να κλάψει, να ξεσπάσει. Ζητούσε τις συμβουλές της κι αυτή, τις έδινε απλόχερα. Και τώρα, μπροστά της η αλήθεια. «Ήρθαν ντυμένοι φίλοι μου αμέτρητες φορές οι εχθροί μου», έφερε στο μυαλό της τους στίχους του Ελύτη.

Οι επόμενες μέρες κύλησαν σε απόλυτη ηρεμία. Η απογοήτευση δεν της άφησε περιθώρια εκνευρισμού. Ξεκαθάρισε τις καταστάσεις γρήγορα. Πέταξε από τη ζωή της ό,τι σάπιο την κρατούσε πίσω, συγχώρησε ό,τι θεωρούσε αναπόσπαστο κομμάτι της και αποφάσισε να γυρίσει στην παλιά της δουλειά. Μα πάνω απ’ όλα, έψαξε βαθιά μέσα της και ανέσυρε τον παλιό της εαυτό.

Τίναξε το κεφάλι της προς τα πίσω για να διώξει τις άσχημες σκέψεις. «Σήμερα είναι η αρχή της νέας σου ζωής», είπε δυνατά στον καθρέφτη. Ανέσυρε από το νεσεσέρ της το κόκκινο κραγιόν που της είχε κάνει δώρο η κόρη της στα γενέθλια της και ποτέ δεν το είχε φορέσει. Έβαψε προσεκτικά τα χείλη της, χτένισε τα μαλλιά της, κοιτάχτηκε τελευταία φορά και βγήκε. Καθώς έκλεινε την πόρτα,  χάρισε ένα κατακόκκινο χαμόγελο στη ζωή που την περίμενε.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Μιγδάνη
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

49 shares

See You In FB