Κάπου βυθίστηκα

της Τζίας Διαμαντοπούλου

Τόσες εκφάνσεις γύρω απ’ τ’ όνομά μου… Τόσες όψεις, που ήταν δύσκολο να πουν πως με ξέρουν… Τους βασάνιζα· και δεν με ενοχλούσαν οι περίεργοι. Αντιθέτως, συμπαθούσα περισσότερο τους θρασείς. Κάποτε ήμουν βασιλιάς. Το μόνο που είχα, ένας πύργος που αγαπούσα.
Ήταν το καταφύγιό μου. Το πρωί ξυπνούσα κι έψαχνα τον ήλιο, το γέλιο, τα πειράγματα. Ζητούσα –και προσέφερα- κάτι από ευτυχία. Σχολίαζα και πείραζα τους υπηρέτες και ύστερα, με σπονδές και χορούς, έπαιρνα το πρωινό μου στην αυλή· εκεί έξω, στο ανατολικό μέρος του πυργίσκου που αγαπούσα, άνοιγε η καρδιά μου. Λουζόμουν με το φως του ήλιου και θαλασσινό αέρα και παρέμενα έτσι, σε μια άδολη-μεστή-ευτυχία. Το ονόμαζα «πρωινή χαρά».

Τα δεδομένα άλλαζαν, κάθε φορά που μία αίσθηση αποσυντονισμού από την πραγματικότητα, ερχόταν σταδιακά και καταπατούσε την αγαλλίαση που αισθανόμουν. Ένιωθα πως την έχανα –και πως χάνομαι κι εγώ- σε ένα συνονθύλευμα λύπης και χαράς· χαράς και λύπης. Κι έπειτα, γεννιόταν μια αλλόκοτη συμπεριφορά, κάτι το ανεξήγητο, που έκανε όσους ήταν κοντά μου να απομακρύνονται. Το χαμόγελό μου είχε από ώρα σβήσει, τα χείλη είχαν στεγνώσει και παρέμεναν ακούνητα, ενώ τα φρύδια έσμιγαν, ερχόντουσαν πιο κοντά και πρόδιδαν την αναστάτωσή μου.

Βιαστικά τα βήματά μου, με οδηγούσαν στον πυργίσκο μου, το καταφύγιό μου. Κάτι τέτοιες ώρες, που με τρόμαζε αυτό το «κάθε φορά καινούργιο και απρόσμενο», κατέφευγα πάντα στη δυτική πλευρά, στο σαλόνι με τη μεγάλη βιβλιοθήκη. Αυτό με υποδεχόταν, με το ελάχιστο φως του και τα βαριά του χρώματα, τα χοντρά του χαλιά, έτοιμο να με «αποπλανήσει» με τη σιγή του, προσφέροντάς μου την απομόνωση. Έμπαινα στο βαριά επιπλωμένο δωμάτιο, με τις γυριστές σκάλες που το χώριζαν σε τρία πατώματα. Τα υφάσματα στόλιζαν τα έπιπλα στο χρώμα του κυπαρισσιού, ενώ δυο στρόγγυλες τραπεζαρίες με πλήθος διάσπαρτων βιβλίων επάνω τους, εμπόδιζαν την διέλευση του φωτός. Καθώς ο ήλιος αποχωρούσε από το φόντο του ορίζοντα, προσέδιδε μία πένθιμη αίσθηση στην ήδη βαριά ατμόσφαιρα του χώρου. Ήταν η ώρα που ένιωθα να τρώγομαι με τον εαυτό μου, να με πιάνει μανία, χωρίς κανένας να μπορεί να με βγάλει από εκεί. Ξαφνικά, έπιανα ένα-ένα τα βιβλία και με σπασμωδικές κινήσεις τα ξεφύλλιζα. Έψαχνα ανήσυχα… Έψαχνα… Χωρίς να ξέρω τι. Ανίκανος να εκφραστώ. Τι ήταν αυτό που ήθελα και με κυνηγούσε μες στη μοναξιά μου;

Ο ουρανός μαύριζε ολότελα και τη θέση του ήλιου έπαιρνε ολοκληρωτικά το φεγγάρι. Ο κλαυσίγελος κορυφωνόταν. Δεν ήθελα σχόλια, φωνές, παρηγοριά. Τι ήταν αυτό το χαμερπές, ακατανίκητο αίσθημα που με αφόπλιζε; Καθημερινός εφιάλτης, που παραφυλούσε, μέχρι να μου χτυπήσει με θράσος την πόρτα, τη νύχτα· Δεν καταλάβαινα… Θαρρώ πως ήμουν ένας χαρούμενος άνθρωπος…
Πολλές φορές η ανάγκη για μια απάντηση με υπερνικούσε και επέμενα στη θάλασσα, να μου εξηγήσει. Κι ο θηλυκός ουρανός, θωρώντας βασιλιά να ζητιανεύει απαντήσεις, λύγισε κι αποκρίθηκε:
«Βλέπω έναν άνθρωπο μισό, σαν λουλουδάκι δίχως το άνθος, σαν αεράκι δίχως πνοή. Έλα κοντά μου, ζύγωσε λίγο, είσαι ο Έρωτας, είσαι η ζωή… Είσαι ο Έρωτας, ο απόλυτος ο αδέκαστος· που σαν τον ήλιο ξεπροβάλλεις και φωτίζεις και ανασταίνεις. Είσαι ο έρωτας, ο τα πάντα πληρών· που ο χρόνος σε μισεί: Αυτός ο καιροσκόπος, περνάει και σε τρυγάει και σε ξεθωριάζει. Μην φοβηθείς, γιατί η λύπη και η χαρά δεν είναι τέχνασμα του χρόνου. Είναι πως, πάντα, έτσι ήταν η ζωή. Πάντα οι άνθρωποι νιώθουν μισοί και πάντα εσένα ψάχνουν».

Ετικέτες: ,

Related Posts

Τζία Διαμαντοπούλου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

47 shares

See You In FB