Καπνίζοντας

του Παναγιώτη Μπουντζιούκα

Το τσιγάρο μισοκαίει ακόμη, στριμωγμένο ανάμεσα σε άλλα. Ο λιγοστός του καπνός υγραίνει τα μάτια. Τα καταπίνω αχόρταγα. Τέτοια είναι η δίψα της αναπόφευκτης απραγίας. Τα σβήνω με μανία. Τόσος είναι ο θυμός μου.
Δεν έπρεπε να αντιδράσω. Όπως κάθε φορά, ας άφηνα τη σιωπή να κάνει το αθόρυβο έργο της. Έχεις δίκιο να με βρίζεις, αλλά εγώ επιμένω. Η ετεροντροπή σου δε με συγκινεί. Δικαιολογώ τον εγωισμό μου κι έτσι έχω συνείδηση ήσυχη.

Στο διάολο όλα! Απόψε ήθελα να ηρεμήσω. Όχι ν’ ανασκαλεύω μνήμες, ούτε να μηρυκάζω τα συναισθήματα. Ν’ ανέβω κάπου ψηλά, να δω τους ανθρώπους από απόσταση-μικροί όπως θα ‘ναι, πεπερασμένοι στο απέραντο. Και τότε όλα θα μου φανούν τόσο ασήμαντα.
Θα έχω θέα τα πραγματικά, τα ανθρώπινα τα πάθη. Και τότε δε θα μπορώ να μου συγχωρέσω τον εγωισμό και την αδιαφορία. Μάταια θα ψάχνω στην άγνοια μου για ελαφρυντικό. Μα δικό μου λάθος δεν είναι κι αυτή;
Η σκέψη μου ακολουθεί αέναα μονοπάτια. Εκφυλισμένη δε φτάνει στον προορισμό του συμπεράσματος. Κωλυόμενη, απ’ της ζωής τα άψυχα τα εμπόδια που λέγονται αναμνήσεις, πετάει δεξιά αριστερά, ξυπνώντας την οργή μου. Κι όσα τσιγάρα κι αν καπνίσω ακόμη θυμάμαι και θυμώνω. Κι ακόμη θυμώνω που θυμάμαι..

Ετικέτες: ,

Related Posts

Παναγιώτης Μπουντζιούκας
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB