Η ζωή χωρίς τίτλο

της Τζίας Διαμαντοπούλου
Φωτογραφίες, Angelo Merendino
«The Battle We Didn’t Choose»

Πήγε τρεις το χάραμα. Στριφογυρίζω πολλές φορές στο κρεβάτι. Τελικά ανάβω το φως. Το ανάβω για να βλέπω πού πατάω. Σηκώνομαι τελικά. Το φως είναι αναμμένο, αλλά η όψη των τοίχων αρκετά θολή. Και οι τοίχοι άδειοι εδώ που τα λέμε. Βουλιάζω στον καναπέ του σαλονιού. Δεν θέλω να ενοχλώ. Ούτε οι άλλοι πρέπει να με ενοχλούν. Η μάνα μου με έλεγε δύστροπο παιδί. Τώρα βουλιάζω στις σκέψεις μου, πέντε πήγε. Σε κάνα δυο ώρες ας τηλεφωνήσω στη δουλειά, δεν θα πάω. Οι κουρτίνες πολύ σκούρο χρώμα. Κάποτε μου άρεζαν. Νομίζω δεν κολλάνε. Μήπως είχε δίκιο η Νάντια; 

Πάνε έξι μήνες που το σπίτι μου φαίνεται διαφορετικό. Δεν είναι εκείνη μέσα. Σαν αδιάφορο το σπίτι. Ειδικά το κρεβάτι. Φωλιάζω στον καναπέ τις τελευταίες βδομάδες. Οι περισσότερες ώρες κυλούν στο κάλυμμα. Θα φωνάξω τη μάνα μου να το πλύνει, κάπνα πότισε. Μου αρέσει όμως το άτιμο, το ρουφάω ώσπου να καούν τα δάχτυλα, κίτρινα είναι πια. Καπνίζω πιο πολύ στο σπίτι, παρά έξω. Έχω καιρό να βγω πάντως. Στο Γεννηματά δεν με αφήνει να πηγαίνω η Νάντια. Το σέβομαι, μα τρέχω αν μου τηλεφωνήσει ο γιατρός της, θα ‘ναι κάτι σοβαρό. Πατάω το πεντάλ, τα τελευταία μας λεπτά μπορεί να είναι.

Στο τηλέφωνο μου λένε απολύεσαι. Ήταν εφτά. Είπα να κάνω ένα ντουζ να φύγει η τσιγαρίλα. Και στο δωμάτιο ντύθηκα και έβαλα τα αγαπημένα της ρούχα, αυτά που σιχαίνομαι. Πήρα συγκοινωνία αυτή τη φορά. Να δω λίγα πρόσωπα. Το νοσοκομείο ήταν γεμάτο ανήμπορους. Έτσι τους λέω, ναι. Δεν τους κοιτάω στα μάτια βέβαια. Και τη Νάντια έχω καιρό, μάλλον. Πέρασε πολύς καιρός. Πήγα στο δωμάτιό της με γλυκά κι ας θρέφουν τον καρκίνο που λένε. Ήθελα να φάμε πάστες. Αηδιάζω με τη γέμιση φράουλα, αλλά αυτής της αρέσουν. Πολύ θυμωμένη φαίνεται. Παραιτημένη. Έτσι συμφωνήσαμε, γιατί σ’ αυτό ταιριάζαμε. Να μην κάνουμε τίποτα, δεν μπορούμε. Δεν θέλω και δεν θέλει. Μας νίκησε όπως και τόσους άλλους. Τι είμαστε εμείς πιο πολύ από ‘κείνους; Για τη νοσηλεία μεσολάβησε η μάνα της. Άγριο πράγμα να σου φεύγει ο άνθρωπος. Κρίμα κι άδικο. 

Αργοπέθαινα κι εγώ κι αυτή. Βγήκα έξω να κάνω ένα τσιγάρο, θα ‘φευγα. Μαθηματικός εγώ, μουσικός αυτή. Στην πολυκατοικία μας μισούν. Εγώ εξισώσεις και ιδιαίτερα, εκείνη κάτι παρόμοιο με νότες. Και τι σαν δεν σκάμπαζε από αριθμούς; 360 μοίρες λέω. Σβήνω το τσιγάρο στο πλακάκι. Ξαναμπαίνω μέσα. Μπορεί η ζωή να είναι δώρο που λένε. Έχει και σελίδες μαύρες όμως με προβλήματα. Με άσπρα γράμματα αυτά. Κι αν δεν μπεις στο κόπο να τα σβήσεις με ένα μαύρο μαρκαδόρο, τότε γιατί ζεις ακόμη; Κρατάω το βιβλίο του Καζαντζάκη, σοφός άνθρωπος, δειλό τον λέγανε, κι αυτόν, μα δεν ήταν. Ανήσυχος περισσότερο.

«H λευτεριά δεν έρχεται όχι απόξω∙ μα δαίμονας, εντός μας και μας τρώει» (Ν. Καζαντζάκη, Προμηθέας 197-198)

Είμαι πολύ ηλίθιος. Η ζωή δεν ορίζει την λευτεριά, παρά μόνο ο άνθρωπος. Μεγάλη λέξη ο άνθρωπος. Έρχεται στη ζωή. Ένα ον με νου, με λόγο, με φαντασία, συναισθήματα, όνειρα. Κι εμείς τα σβήσαμε γιατί έτσι έπρεπε είπαμε. Μπήκα στο δωμάτιο και της έδωσα το βιβλίο ανοιγμένο στις σελίδες αυτές. Το βλέμμα της πρώτη φορά υγρό. Μα το θεό που ψάχνω, τέτοια λάμψη δεν ξανάδα. Σε περίμενα μου είπε.

Είμαι ζωντανός όσο ποτέ. Η Νάντια επίσης. Για μας ήταν ανάσταση. Παλέψαμε, είμαστε λεύτεροι. Στο σπίτι βάλαμε άσπρες κουρτίνες και λίγα φώτα. Το μπαλκόνι ευωδιάζει από λουλούδια της Κρήτης. Και δίπλα από το καναπέ βάλαμε το κρεβάτι του σκύλου. Οι μανάδες μας περιμένουν εγγονάκι και οι γέροι μας από πίσω, τάχα διακριτικοί, μάλιστα. Συχνάζουμε και στο Παίδων βέβαια – εθελοντές. Έμαθα να διαβάζω τα μάτια των ανθρώπων, από επιλογή. Γιατί θέλησα έστω να προσπαθώ. Με οδηγούν κατά ένα τρόπο στην ελευθερία. Και στη δική τους ενίοτε. Η λευτεριά είναι μια αλήθεια, δεν είναι; Κι ας μη θελήσω ποτέ να βρω τη δική μου. Θα παλεύω για τη δική τους. Και της Νάντιας.

«Προσπαθώ», λέει ο Καζαντζάκης, «να δημιουργήσω ήρωες που τα ιδανικά τους να μην είναι ατομικά, να διαπνέονται από ψυχικές ανατάσεις που ν’ αναγγέλλουν καλύτερες εποχές. Συχνά εμβαθύνοντας στη μοίρα του ήρωα, σκέφτομαι την αμυγδαλιά που σκεπάζεται ολόκληρη με λουλούδια στη μέση του χειμώνα. Τ’ άλλα δέντρα γύρω της οι κομφορμιστές, οι συνετοί, οι λογικοί, κοροϊδεύουν την αθωότητά της, την τόλμη της και την βάζουν σε επιτήρηση. Μην ανθίζεις ανόητη. Θα ‘ρθεί το χιόνι και θα σε κάψει… Ας με κάψει απαντά η αμυγδαλιά και σκεπάζεται με ανθούς κάθε χειμώνα».

«Οι νεκροί σου δεν κείτονται στο χώμα. Γενήκαν ιδέες και πάθη κι ορίζουν τη βουλή και την πράξη». (Ασκητική, σελ. 34-35)

Δίκαια «ανασταίνονται» αυτοί που κλήθηκαν να παλέψουν.

Ετικέτες: , ,

Related Posts

Τζία Διαμαντοπούλου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

154 shares

See You In FB