H κυρά Βασιλική

της Αναστασίας Καλοβέρου

Βγήκε από το πρωί στο μικρό κηπάκι, που φώλιαζε μπροστά στο μικρό της σπίτι.
Ο ήλιος είχε μόλις βγει, ανοιξιάτικος και ο φρέσκος αέρας ξύπνησε εικόνες μέσα της.
Η Βασιλική, γερασμένη πια, έμενε χρόνια μόνη της σε εκείνη τη γειτονιά ψηλά στο βουνό, μακριά από την πολύβουη πολιτεία.
Εκεί, χτισμένη ανάμεσα στα χαμηλά παλιά σπίτια της Άνω πόλης ήταν και η δική της ζεστή φωλιά.
Είχε σκοπό σήμερα να φροντίσει τις άγριες τριανταφυλλιές της, τις όμορφα ανθισμένες και γεμάτες μυτερά αγκάθια, που γέμιζαν ευωδίες το στενό δρομάκι.
Παλιά, κατά τις απογευματινές ώρες, έβγαιναν οι γυναίκες της γειτονιάς στα πεζούλια κι έπιαναν τις κουβέντες, τρώγοντας σπόρια ή κανένα φρούτο της εποχής.
Τώρα, ερημιά. Άλλες γέρασαν αρκετά και δεν τους βαστάν τα πόδια τους πια κι άλλες αλλάξανε σπίτια, πήγαν στις κόρες και τους γιους να βοηθούν την οικογένεια και τα εγγόνια τους.
Ύπνος, δύσκολα την έπιανε την κυρά Βασιλική κι αν κατάφερνε  να ξεκουραστεί λίγες ώρες, νωρίς χαράματα ήταν πάλι στο πόδι,  να φροντίσει για τα λίγα που είχε.
Έτσι και σήμερα, ντύθηκε απλά και βγήκε από το περιποιημένο και καθαρό  μικρό της σπίτι, να αναπνεύσει την πρωινή δροσιά.
Ήταν περήφανη η Βασιλική και δεν παραπονιόταν, όσο κι αν οι δυσκολίες την είχαν γκρεμίσει στα νιάτα της.
Εκείνο το πρωί, ήταν ήσυχα έξω και δεν είχαν αρχίσει ακόμα οι φωνές των παιδιών, στον πιο πέρα δρόμο.
Τότε ήταν, που είδε το νεαρό ταχυδρόμο να στέκεται στην καγκελόπορτα, χαμογελαστός και φρέσκος με αντρικές κολώνιες, να τη φωνάζει.
Σκούπισε βιαστικά τα χέρια της από τα χώματα και τεντώθηκε να πιάσει το λευκό φάκελο που της παρέδωσε ο ευγενικός νεαρός.
Κάθισε στην πλαστική ταλαιπωρημένη καρέκλα, μα, έμεινε μετέωρη με θολωμένα τα μάτια της.
Το γράμμα ήταν από εκείνη. 
Από εκείνη την κόρη της, που πολλά χρόνια πριν, ήταν νέα, ξεροκέφαλη και ατίθαση και σαν άμυαλο παιδί άφησε το μικρό τους σπιτικό, τη μάνα και τη γειτονιά και βγήκε στους δρόμους να αλητέψει για  έναν τρελό και επικίνδυνο έρωτα.
«Έμπλεξε» έλεγαν οι γειτόνοι.
Όμως, η κυρά Βασιλική, ανήμπορη και μόνη, δεν αναζήτησε ποτέ το βλαστάρι της. Θα ήταν μάταιο να της αλλάξει γνώμη.
Χάθηκαν τα ίχνη της όμορφης κοπέλας, από τη μέρα που βρόντηξε με μίσος την εξώπορτα, σκορπίζοντας σκληρές απαξιωτικές κουβέντες στη μάνα της.
Κουβέντες-πληγές, που έπεσαν και καρφώθηκαν πάνω στα αγκάθια της τριανταφυλλιάς κι έμειναν εκεί, ματωμένες για πάντα.
Διάβασε το γράμμα με μια ανάσα η κυρά Βασιλική, μπήκε με μιας στο σπίτι, έσφιξε τα ξερά  παραθυρόφυλλα και βγαίνοντας πάλι, κλείδωσε την πόρτα του σπιτιού της πίσω, αποφασισμένη.
Πήρε μαζί της μια μικρή βαλίτσα, λίγο φαΐ για το ταξίδι, μερικά χαρτονομίσματα που ’χε στην άκρη για ανάγκη μεγάλη και ξεκίνησε.
Ανέβηκε στο παλιό λεωφορείο και μέσα  στην καρδιά της είχε μόνο μια φράση που διάβασε νωρίτερα:

«Μάνα, σε χρειάζομαι.»

Σε λίγες ώρες το λεωφορείο θα πλησίαζε τις κρύες και απάνθρωπες φυλακές.
Σε λίγες μόνο στιγμές, θα έφτανε κοντά στο κελί, που ζούσε καταδικασμένο το άλλοτε, μικρό και αθώο της παιδί.

«Φόνος», είπαν.

Η μονάκριβη, η κόρη της…
Η ζωή της όλη κι όλος της ο κόσμος,
να λιώνει μέσα στο πέτρινο κελί…
Γιατί;

Καλή σου δύναμη, κυρά Βασιλική μου.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Καλοβέρου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

41 shares

See You In FB