Η φόνισσα

της Μάρθας Πατλάκουτζα

«Μανούλα μου, ήθελα να πάω, να φύγω, να μισέψω,
τον ριζικού μου από μακριά την πόρτα ν’ αγναντέψω.
Στο σκοτεινό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω,
κ’ κείνα βρω τη μοίρα μου, και να την ερωτήσω…»

Η γιαγιά Χαδούλα, η Γιαννού Φράγκισσα ξενυχτούσε πλάι στη λεχώνα θυγατέρα και το λεχούδι της.
Μήνας Γενάρης. Κρύο πολύ και τα βάσανα την είχαν γονατίσει. Στο νυχτέρι της σαν κύματα ήρθαν οι αναμνήσεις από τη ζωή της, αν μπορούσε να την αποκαλέσει έτσι, γιατί πάντα ήταν δούλα και δουλεύτρα για κάποιους άλλους, για τους γονείς της, τον σύζυγο, τα παιδιά και στο τέλος τα εγγόνια της.
Όσο αύξανε η οικογένειά της, τόσο αύξαναν και τα φαρμάκια.
Αλλά εκείνη εκεί. Άντεχε. Διεκδίκησε το δίκιο της, ακόμα κι αν έπρεπε να το κλέψει.
Τι το ’θελε εκείνο το βράδυ να σκεφτεί το ριζικό της. Παραλόγισε και έπιασε τον λαιμό του βρέφους.
Κάθε στιγμή του φονικού, ακολουθούσε και μια στιγμή που η ζωή φόνευε την ψυχή της, στην ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα, τη Σκιάθο.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που αφαιρούσε μια ζωή. Στο παρελθόν δύο μικρά κορίτσια ήσαν τα θύματά της. Παρηγορήτρα και γιάτρισσα πανούργα κάλυψε τα εγκλήματά της.
Η αμαρτία την κυνηγούσε. Το θανατικό την είχε αγαπήσει.
Μόνο με τη συνείδησή της τα είχε καλά, γιατί ότι είχε πράξει το είχε κάμει για καλό.

Η Φόνισσα, είναι νουβέλα γραμμένη από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ήταν το δεύτερο συγγραφικό έργο του. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Παναθήναια» σε συνέχειες από τον Ιανουάριο ως τον Ιούνιο του 1903, έχοντας τον υπότιτλο «κοινωνικόν μυθιστόρημα».
Καθαρεύουσα γλώσσα, ανακατωμένη με τη δημοτική. Όποιες γλώσσα κι αν επιλέγει το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Κάνει τον αναγνώστη να συμπορευτεί, να ζήσει στο κεφάλι και στην καρδιά μιας γυναίκας με πάθη με βίο ανώφελο, μάταιο, βαρύ, τραγικό.

Η Σκιάθος
Ετικέτες: ,

Related Posts

Μάρθα Πατλάκουτζα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

26 shares

See You In FB