Η δύναμη

της Αναστασίας Καλοβέρου

Κάθισα μαζί της, εκείνο το απόγευμα στο ηλιόλουστο πάρκο, πάνω στα πέτρινα πεζούλια και ήταν σιωπηλή για αρκετά λεπτά.
Ήταν τόσο νηφάλια και η αύρα της έβγαζε ζεστασιά. Δεν ήθελα να διακόψω τη σκέψη της.
Είπε, σιγανά:
– «Γνωριμίες άδειες και ψεύτικα προσωπεία που με ξεγελούν όταν, με ενθουσιασμό στην αρχή, με πλησιάζουν…»

Ανοιγόκλεισε τα μάτια της και συνέχισε με, λίγο πιο, δυνατή χροιά:
– «Ξέρεις πώς γίνεται. Φανερώνονται τα ψέματά τους όταν είναι αργά ,όταν πια έχω ανοίξει την καρδιά μου σε αυτούς. Σαν μια πεταλούδα που πετάει υπνωτισμένη προς τη λάμπα που θα την κάψει!»

Έσκυψε το κεφάλι και αναστέναξε.
Ύστερα, χαμογέλασε και συνέχισε, στον ίδιο τόνο.
– «Όμως, όσο κι αν αρέσκονται τα μέσα τους για τη δύναμή τους και φέρονται αδίστακτα στο να βρουν τρόπο να με διαλύσουν. Σαν γυρνούν την πλάτη για να βρούνε νέο θύμα. Ξεχνούν να ελέγξουν αν, όντως, με έχουν σκοτώσει…»
Τόνισε τη λέξη «ΣΚΟΤΩΣΕΙ» και με τρόμαξε η ιδέα του: πώς είναι να σκοτώνεις ένα τέτοιο, αδύναμο και αγνό πλάσμα. Κάποιοι, κάποτε την είχαν αποκάλεσαν και αφελή.

Μετά, σιώπησε πάλι και κοίταζε σκεπτική, με μισόκλειστα μάτια το δέντρο που έστεκε δίπλα μας, σφίγγοντας ελαφρά τα χείλη, έτσι που οι αδρές ρυτίδες γύρω από το γλυκό της στόμα, ζωντάνεψαν κι έγινε πιο όμορφη, πιο αληθινή.
Ύψωσε τα αγνά, φωτεινά της μάτια και δήλωσε:
– «Η καρδιά μου, συνεχίζει να χτυπά κι ας γίναν τα φτερά μου στάχτη.
Θα σηκωθώ πάλι, πιο δυνατή, πιο γενναία και πιο γεμάτη από πριν.»

Σηκώθηκε με μιας, με πήρε από το χέρι και με τράβηξε να σταθώ πλάι της.
Τόσο κοντά της με ήθελε, που τόλμησα να αναπνεύσω λίγο από τη μαγεία της.
Θαύμασα το χαμόγελό της, σαν έβγαιναν από τα χείλη της, τα πιο όμορφα λόγια:

– «Κι όταν αυτοί φεύγουν, να κατακτήσουν άλλα κορμιά, νιώθοντας νικητές που φέρονται έτσι βάρβαρα, δεν τους περνά ποτέ από το μυαλό ότι η δύναμη του κόσμου, δεν είναι η σκληρότητα που φορούν για να αποτελειώνουν καρδιές.
Δύναμη είναι μόνο η αληθινή αγάπη, που θα μεγαλώνει μέσα μου, όσο μικραίνουν αυτοί! Δύναμη είναι η συγχώρεση ότι μόνο, τόσο, λίγο ήξεραν να δώσουν.»

Φύσηξε ένα όμορφο δροσερό αεράκι, σαν να συμφώνησε κι αυτό μαζί της και την ακολούθησα αποφασισμένος, χωρίς να θέλω να ξέρω προς τα πού θα με πάει η αγάπη της.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Καλοβέρου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

40 shares

See You In FB