Ήθελε μόνο μια ευκαιρία

της Μελίνας Μητροπούλου

Έκλεισε την πόρτα πίσω του. Του είπαν να περιμένει στο μικρό σαλονάκι με τον γκρι μονότονο καναπέ. Ήταν η πρώτη του φορά, αφού πήρε το πτυχίο του, να ζητήσει μια δουλειά. Όχι πολλά λεφτά, αλλά θα έβγαζε τα προς το ζην. Η δουλειά δεν αφορούσε το αντικείμενο του, αλλά την χρειαζόταν τη δουλειά. Άνεργοι και οι δύο γονείς προσπαθούσαν να τρέψουν τον μοναχογιό τους. Ήρθε η ώρα για να τους προσφέρει αυτά που στερήθηκαν γι’ αυτόν. Ο πατέρας δούλευε πρόσφατα, αλλά τον απέλυσαν. «Λυπόμαστε πολύ αλλά είμαστε αναγκασμένοι να διώξουμε υπάλληλους», του είπαν. Ζούσαν με την ελάχιστη αποζημίωση του. Η μητέρα, άνεργη εδώ και δύο χρόνια. Έπρεπε, έπρεπε να τον πάρουν στη δουλειά. Είχε τα προσόντα, αλλά ήταν και άλλοι σαν αυτόν. Η ανεργία έχει φτάσει στα ύψη. Δε θα του ήταν εύκολο. Δεν είναι άνθρωπος που θα τα παρατούσε. Θα πήγαινε και αλλού να βρει δουλειά, και αλλού, και αλλού.

Χαμογελαστός όπως πάντα στάθηκε μπροστά στον εργοδότη. Ένα ένα καταμέτρησε τα προσόντα του και ακόμα πιο πολλά, μήπως εντυπωσιάσει και πάρει την δουλειά. «Θα επικοινωνήσουμε μαζί σας, σας ευχαριστώ πολύ», ήταν τα τελευταία λόγια του εργοδότη και τον συνόδεψε προς την εξώπορτα. Δεν ήταν ενθουσιασμένος, ούτε ικανοποιημένος με τον εαυτό του. Θα μπορούσε καλύτερα. Γύρισε σπίτι και η μητέρα είχε στρώσει ένα φτωχό φαγητό. Φάγανε όλοι μαζί. Έτσι κυλούσαν οι μέρες. Αυτός έψαχνε για δουλειά, και οι γονείς φρόντιζαν να τρώνε έστω τα βασικά. Δυσκόλεψαν τα πράγματα όταν τελείωσε η αποζημίωση του πατέρα, και αυτός ακόμα δεν είχε βρει δουλειά. Μα πως να βρει. Είναι πολλοί σαν αυτόν που ψάχνουν. Η αγορά δεν κινείται πλέον.

Η ανεργία είχε κυριαρχήσει. Οι οικογένειες είχαν αρχίσει ίσα ίσα να ζουν με τα βασικά. Να υπήρχε φαγητό και αυτό ήταν όλο. Οι γονείς του αναγκάστηκαν να θέσουν υπό υποθήκη το σπίτι τους, όταν η τράπεζα δεν μπορούσε να περιμένει για την εξόφληση του δανείου. Αυτός, ακόμα να ψάχνει. Χωρίς αποτέλεσμα. Μια οικογένεια σαν αυτή είχε ότι μπορούσε, έστω να φάει, να σπουδάσουν τον γιο τους, αλλά έφτασε η στιγμή που όλα τους γκρεμίστηκαν. Από τη μια στιγμή στην άλλη. Έτσι είναι τα πράγματα σήμερα, περιμένεις να χαρείς και αργότερα όλα φτάνουν στο μηδέν. Ο γιος όμως ήθελε να πετύχει. Ήθελε να βρει δουλειά, να βοηθήσει την οικογένεια του και αν του έμεναν λεφτά, να έκανε το μεταπτυχιακό του, να έκανε κάτι για τον εαυτό του, που τον σεβόταν.

Μια μέρα, ήσυχη, όχι με πολλά προβλήματα, χτύπησε το τηλέφωνο. «Σας παίρνουμε για την δουλειά. Θα ήθελα να συνεργαστούμε». Ήταν η ευκαιρία που ήθελε, η ευκαιρία για να μπορέσει να γυρίσει το νόμισμα και από την άλλη μεριά. Η δουλειά θα του πρόσφερε λεφτά που τα είχε ανάγκη αλλά πιο πολύ είχε ανάγκη να ξεφύγει από τη μιζέρια. Και τα κατάφερε. Κατάφερε να βοηθήσει την οικογένεια του, βοήθησε τον εαυτό του. Τώρα είναι στέλεχος μιας εταιρίας, κάνει τις σπουδές του και βέβαια οι γονείς του ζουν αξιοπρεπώς. Αυτό που βοήθησε αυτόν, ήταν η θέληση του αλλά και η επιμονή, και το έκανε. 

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μελίνα Μητροπούλου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB