Η βάρκα

της Τζίας Διαμαντοπούλου

Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας. Περιστρεφόταν στο κρεβάτι, δίπλα στον καλό της, αλλά βρισκόταν κάπου μακριά απ’ αυτόν. Σα μια βάρκα να τη σήκωσε από το στρώμα και την έβαλε στην αγκαλιά της, πάνω από κρυστάλλινα νερά.
Η βάρκα απόθεσε το παιδί σε μια ξένη αγκαλιά. Δυο χέρια αντρικά. Ήταν τόσο ζεστά που το έκαναν να ξεδιπλώσει τα χέρια, να τεντώσει το στέρνο του και να ανοίξει τα μάτια. Η πρώτη ματιά ήταν θολή, μα μπορούσε να διακρίνει τα χέρια που το κρατούσαν. Χάιδευαν τρυφερά το προσωπάκι του νεαρού κοριτσιού και παραμέριζαν τα μαλλιά του. Έτριψαν τις τσίμπλες απ’ τα μάτια, που διέκριναν τώρα περισσότερα. Ήταν ένα μεγάλο πρόσωπο, πλασμένο με ξανθές τρίχες γύρω από το στόμα και δυο ανοιχτόχρωμες σχιστές πιτσιλιές. Οι σχισμές αυτές σπιθοβολούσαν στο σκοτάδι της θερινής νύχτας και έκαναν τα αθώα μάτια να κοιτούν ασκαρδαμυκτί. Το φως που κατάφερε και τρύπωσε μέσα στα ακίνητα μάτια, τα μάγεψε, τα συντάραξε και τα συγκίνησε τόσο που δειλά-δειλά όλο και υγραίνονταν, όλο και μεγάλωναν. Το παιδικό κορμάκι άρχισε να μοιάζει εφηβικό και τα, μεγαλύτερα τώρα, χέρια ήθελαν να ψηλαφίσουν το μεγάλο πρόσωπο. Τα χείλη του έτρεμαν, οι πόροι ήταν υγροί, τα μάτια τρεμόπαιζαν κι αυτά με μια λαχτάρα. Η μικρή ήταν τώρα ακόμα πιο περίεργη και έβλεπε καθαρότερα με τα μεγάλα της μάτια που φαινόταν ότι θα γίνουν αμυγδαλωτά. Το μεγάλο πρόσωπο ήταν γνώριμο. Τα δυο αντρικά χέρια ήταν τελικά οικεία. Κάπου τα είχε νιώσει, κάπου τα είχε συναντήσει και δεν ήταν η πρώτη φορά. Απομακρύνθηκε από τα ζεστά χέρια και σηκώθηκε στα γόνατά της, αντίκρυ στο άλλο πρόσωπο. Η γυναικεία περιέργεια την έκανε να κοιτάξει ξανά τον άντρα, ευθύβολα αυτή τη φορά, με τα μάτια που ήταν πλέον σαγηνευτικά και τελείως θηλυκά. Στάθηκε στα χέρια. Ήταν τα πρώτα αντρικά χέρια που κράτησε και πόθησε. Που της είχαν χαρίσει τα πρώτα σκιρτήματα, την πρώτη ασφάλεια και την πρώτη ανασφάλεια. Δεν ήξερε αν τα μισούσε ή αν τα αγαπούσε, μόνο τα κοιτούσε και διέκρινε ξανά τις λεπτομέρειες που θυμόταν κάποτε με κλειστά μάτια. Είχε πια εξαντληθεί και τα χέρια την τράβηξαν ξανά στο αντρικό κορμί, απαιτητικά όσο ποτέ. Δυο χέρια αντρικά. Έμεινε κοντά τους εκείνη τη νύχτα, μη μπορώντας να ξεφύγει, περιμένοντας τη βάρκα.
Η Μάγδα ήταν πια γυναίκα. Η βάρκα δεν είχε φανεί, ενώ τα στόρια του δωματίου που πλατάγιζαν σαν πανιά της πλώρης την έκαναν να ξυπνήσει βιαστικά και ιδρωμένη. Δυο χέρια αντρικά τράβηξαν την κουρτίνα στην άκρη του παραθύρου και πλάγιασαν μαζί της. Το ένα της χάιδεψε τον ώμο και το άλλο το λαιμό.
– Είσαι ιδρωμένη.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Τζία Διαμαντοπούλου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB