Η συνταγή της τρομπέτας

της Μαίρης Τσιόικα 

Σήμερα αναζητώ τη μαγεία ανάμεσα σε ήχους, γεύσεις και αισθήματα και αν υπάρχει μια φράση που να ενώνει αυτά τα τρία, σίγουρα είναι αυτή που έλεγα στον εαυτό μου εκείνο το Αυγουστιάτικο δειλινό, σε μια θερινή βεράντα πριν αρκετούτσικα χρόνια. Πρέπει να ήμουν δέκα, ίσως έντεκα χρονών, θυμάμαι πως φορούσα ένα κόκκινο φόρεμα με λεπτές τιράντες και δύο μεγάλα μαύρα κουμπιά στο μπούστο. Λίγη ώρα μετά τις βουτιές, είχα τοποθετήσει το κορμί μου πάνω σε μια πετσέτα που βρισκόταν πεταμένη στα πλακάκια της βεράντας. Από μικρή σιχαινόμουν τη βαβούρα και η πολυκοσμία κάπως με κούραζε, η μικρή θερινή βεράντα ήταν ας πούμε το καταφύγιο μου, για εκείνες τις διακοπές. Είχε ζέστη αφόρητη όλη την ημέρα και καθώς βράδιαζε έβγαζε εκείνο το δροσερό αεράκι που χαϊδεύει το κορμί ίσα-ίσα για να το ξεσηκώσει. Ήθελα λοιπόν να κλείσω για μερικά λεπτά τα μάτια και να παραδοθώ σε αυτή την απέραντη ησυχία, όταν ξαφνικά δυνατά χαχανητά, έφτασαν στα αυτιά μου, από το απέναντι ξενοδοχείο. Προτού προλάβω να σουφρώσω τα πυκνά μου φρύδια και να φύγω εκνευρισμένη πίσω στο δωμάτιο, μια μελωδία συνεπήρε το μυαλό και την ψυχή μου, με κάποιον απροσδιόριστο τρόπο με ακινητοποίησε πάνω στην πετσέτα. Άσκοπα προσπάθησα να κουνηθώ από την θέση μου. Έστρεψα το βλέμμα μου στο απέναντι ξενοδοχείο, πράγματι ο ήχος ερχόταν από εκεί. Έβαλα όλη μου τη δύναμη και κατάφερα να σηκωθώ, πλησίασα τα κάγκελα και αναζήτησα την βεράντα απ’ όπου ερχόταν ο ήχος. Σε ένα μεγάλο μπαλκόνι απέναντι καθόταν ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, δεν πρέπει να ήταν Έλληνες σκέφτηκα. Ο άντρας είχε τοποθετημένο στο στόμα ένα χρυσό μουσικό όργανο, αυτό το άτιμο ευθυνόταν για όλα. Η γυναίκα δίπλα του έκοβε ένα μεγάλο πεπόνι, έμοιαζε το ίδιο κολακευμένη με εμένα. Πριν καλά καλά το καταλάβω το σώμα μου άρχισε να κινείται ρυθμικά με την μελωδία του χρυσού οργάνου, έκανα μερικά βήματα πίσω και ακουμπώντας στον τοίχο κάθισα και πάλι πάνω στην πετσέτα. Έμεινα μια ώρα εκεί να ακούω τον ήχο της φοβερής τρομπέτας μαζί με τα γλυκά χαχανιτά της ηλικιωμένης γυναίκας. Λίγα λεπτά πριν επιστρέψω στον πραγματικό κόσμο, ένιωσα τα χείλη μου τόσο γλυκά σαν να είχα φάει ένα ολόκληρο κουτάλι με ζάχαρη. Χαμογέλασα, με δυσκολία άνοιξα την μπαλκονόπορτα και επέστρεψα στο βουβό δωμάτιο. Για μέρες ολόκληρες σκεφτόμουν μια φράση που είχε κολλήσει εμμονικά στο μυαλό μου, θυμάμαι πως την είχα γράψει και σε ένα χαρτί, κάπως πιο απλά πιο παιδικά, σήμερα την κρατώ με μερικές λέξεις παραπάνω από αυτές που είχα γράψει εκείνο το καλοκαίρι, αλλά με νόημα ίδιο: «Θέλω να γεύομαι ήχους, να ακούω μελωδίες με μάτια κλειστά και αυτιά ορθάνοιχτα. Να χορεύω ρυθμικά και το κορμί να πάλλεται από μαγικές νότες και κλειδιά του Σολ. Θέλω ο κόσμος να ακούει και να μη μιλά και όταν μιλά να εκφράζεται πιο γλυκά πιο όμορφα. Τέλος θέλω αυτή τη συνταγή του υπέροχου τρομπετίστα, που δεν περιέχεται σε κανένα βιβλίο μαγειρικής και ναι ίσως αυτή είναι η δική μου συνταγή της ευτυχίας». Χρόνια μετά, τα καλοκαίρια κάθομαι στο δικό μου μπαλκόνι , αφήνω σκόπιμα το κινητό μου να αναπαράγει μουσική με τον ήχο της τρομπέτας, ποιος ξέρει ίσως κάποιος -κάπου να ακούσει την μελωδία και μάτια κλειστά και αυτά ορθάνοιχτα να ανακαλύπτει την δική του συνταγή.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαίρη Τσιόικα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

29 shares

See You In FB