Η πολύχρωμη «Μελωδία»

της Αναστασίας Μιγδάνη

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μία όμορφη και πολύχρωμη πολιτεία. Το όνομα της ήταν «Μελωδία» και βρισκόταν χτισμένη σε ένα καταπράσινο λιβάδι. Όλα τα σπίτια ήταν βαμμένα με έντονα χρώματα. Κόκκινο της φωτιάς στα κεραμίδια, μπλε βαθύ της θάλασσας στα παράθυρα και κίτρινο του ήλιου στους τοίχους. Οι άνθρωποι κάθε πρωί ξυπνούσαν με τις χαρούμενες μελωδίες που ακουγόντουσαν από τα μεγάφωνα του δημαρχείου. Τα παιδιά φορούσαν τα πολύχρωμα καπέλα τους, άρπαζαν τα μουσικά τους όργανα και παίζοντας μουσική πηγαίνανε για το σχολείο. Όχι ένα συνηθισμένο σχολείο, όμως. Μέσα στο πολύχρωμο κτίριο, μαθαίνανε μουσική, γιατί όπως τους έλεγε συνέχεια η δασκάλα τους η κ. Νότα Κλεονίκη, «η μουσική είναι η τροφή της αγάπης». Μαθαίνανε γλυκές μελωδίες που ησύχαζαν την ψυχή και τραγούδια που πλημμύριζαν αγάπη την καρδιά. Μαθαίνανε να σέβονται τους άλλους, να τους εκτιμάνε και να τους στηρίζουν. Κυρίως όμως, μαθαίνανε να αγαπάνε όλο τον κόσμο, μα πάνω απ’ όλα να αγαπάνε τον εαυτό τους. Δεν υπήρχε φθόνος, ζήλεια και κακία σ’ αυτή την πολύχρωμη πολιτεία.

Δυστυχώς όμως, η μοίρα των παραμυθιών, είναι να υπάρχει πάντα ένας κακός ήρωας. Έτσι και στο δικό μας όμορφο παραμύθι υπήρχε ο Άμουσος. Ζούσε ψηλά στην κορυφή του βουνού, μόνος κι έρημος. Το σπίτι του ήταν γκρίζο και μουντό και από μέσα δεν ακουγόταν τίποτε άλλο παρά το «γκαπ-γκουπ» από το σφυρί του. Δεν του άρεσε η μουσική και απεχθανόταν τα τραγούδια, γι’ αυτό φορούσε πάντα ωτοασπίδες για να μην ακούει τις μελωδίες από την πολιτεία. Τις φορούσε κι όταν κατέβαινε για ν’ αγοράσει τις προμήθειες που χρειαζόταν, μην τυχόν και ξεφύγει καμία νότα και τρυπώσει στ’ αυτιά του.

Ένα τέτοιο πρωινό, λοιπόν, φόρεσε τις ωτοασπίδες του, πήρε το μπαστούνι του και κίνησε για την «Μελωδία». Φθάνοντας, φόρεσε τα μαύρα του γυαλιά γιατί δεν άντεχε ούτε τα χρώματα. Καθώς όμως, έφτανε στο παντοπωλείο, σκόνταψε σε μία πέτρα και πέφτοντας χάμω, γλίστρησε η μία ωτοασπίδα από το αυτί του. Μέχρι να προλάβει να την πιάσει, πέρασε ένα αυτοκίνητο και την διέλυσε. Σηκώθηκε έντρομος, προσπαθώντας να καλύψει το αυτί του με τη χούφτα του. Όμως, πριν προλάβει, κάτι υπέροχο τον τύλιξε ολόκληρο κι άρχισε να χαμογελάει. Μια πανέμορφη μουσική που έφερνε γαλήνη στην ψυχή του και τρελούς χτύπους στην καρδιά του. Και ξαφνικά… Άρχισε να λικνίζεται στον ρυθμό της. Χόρευε, χόρευε και δεν μπορούσε να σταματήσει. Πέταξε τα γυαλιά και θαμπώθηκε από τα πολύχρωμα σοκάκια. Και τότε αποφάσισε να ζήσει για πάντα εκεί. Από τότε ο καλός μας, πλέον, ήρωας, ζει στην «Μελωδία». Εργάζεται σαν βοηθός της κας Νότα στο σχολείο και έχει γίνει ο καλύτερος φίλος των παιδιών. Το όνομα του το άλλαξε. Τώρα πια όλοι τον φωνάζουνε Μουσικό.

Γιατί όπως λέει κι η κα Νότα, «η μουσική είναι η τροφή της αγάπης».

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Μιγδάνη
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

29 shares

See You In FB