Η οικογένεια απαρτίζεται πάντοτε από το παιδί τη μαμά… και τον μπαμπά;

της Μαρίας Καλύβα

Όταν ήμουν μικρός, πολύ μικρός, ούτε στο σχολείο δεν πήγαινα ακόμη, θυμάμαι, οι γονείς μου άρχισαν να διαφωνούν σχεδόν καθημερινά, για διάφορους λόγους, κατά κύριο λόγο ασήμαντους. Για το ποιος ξέχασε, ας πούμε, να πληρώσει τον τελευταίο λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος, και έτσι μείναμε δυο ολόκληρα βράδια να γυρνάμε στο σπίτι με κεράκια αναμμένα, ή για το ποιανού σειρά ήταν να πλύνει τα πιάτα που βρίσκονταν στον νεροχύτη της κουζίνας από χθες και προχθές, τα οποία είχαν σχηματίσει ένα πανύψηλο βουνό που λίγο λίγο κατέρρεε. Τότε δε με λυπούσε αυτό το λεκτικό πινκ πονγκ που έπαιζαν οι δυο τους, το αντίθετο μάλιστα, γιατί, στο τέλος, κερδισμένος έβγαινα πάντα εγώ. Μπορούσα, δηλαδή, να περάσω περισσότερο χρόνο με τη μαμά μου και εκείνη να μου κάνει ακόμη περισσότερα χατίρια.

Όσο μεγάλωνα βέβαια εγώ, μεγάλωναν και εκείνοι. Μαζί με εμάς τους τρεις, όμως, μεγάλωνε και τα χάσμα που χώριζε τους γονείς μου, και έτσι οι αστείες διαφωνίες τους μετατράπηκαν σε ανούσια καβγαδάκια —που και πάλι, όμως, δε με ενοχλούσαν πολύ. Με ενοχλούσαν μόνο τις ώρες που διάβαζα και όταν έρχονταν οι φίλοι μου στο σπίτι για να παίξουμε. Όταν έγινα, ωστόσο, δεκαπέντε περίπου ετών, τα, κατά κάποιον τρόπο, χαριτωμένα καβγαδάκια τους μετατράπηκαν σε έντονους καβγάδες, σε φωνές του μπαμπά και σε κλάματα της μαμάς. Πολλές φορές, στο τέλος της μάχης, ο μπαμπάς μου έφευγε από το σπίτι και δε γύριζε ποτέ πριν πέσει ο ήλιος. Τα πιο πολλά βραδιά δεν ήταν καν εκεί για να του πω μια «καληνύχτα». Και, αργότερα, λίγες μόνο εβδομάδες μετά, έπειτα από κάθε καβγά, έκανε μέρες ολόκληρες να επιστρέψει κοντά μας. Όλα αυτά τα βράδια που έλειπε, η μαμά μου δεν το κουνούσε ρούπι από εμένα. Ούτε μια φορά δεν άνοιξε την πόρτα να φύγει πρώτη εκείνη. Έμενε παρέα μου να με φροντίζει, να ξαγρυπνά στο πλευρό μου όταν αρρώσταινα, να με βοηθά με τα μαθήματά μου και να συζητά μαζί μου τα διάφορα ζητήματα που με απασχολούσαν. Ενώ τα μάτια της ήταν μόνιμα πια βουρκωμένα και το κορμί της είχε αρχίσει να την προδίδει από την κούραση, δεν έπαυε να μου χαμογελά και να με κανακεύει, να κάνει τις δουλειές που της αναλογούσαν, και ακόμη περισσότερες.

Κάποτε πήρα το θάρρος και τη ρώτησα:

«Μαμά, γιατί δε χωρίζετε με τον μπαμπά;»

Και εκείνη, νομίζοντας πως η απουσία του από τη ζωή μας θα με πονούσε αφόρητα, νομίζοντας πως έτσι θα με καθησύχαζε, μου απάντησε:

«Γιατί είμαστε οικογένεια, παιδί μου».

«Και τι σημαίνει οικογένεια;», τη ρώτησα χρόνια μετά, λίγο πριν ενηλικιωθώ.

«Οικογένεια», μου είπε, σημαίνει «μπαμπάς», «μαμά» και «παιδί».

«Κάνεις λάθος!», της είπα. «Οικογένεια σημαίνει «αγάπη», «ευτυχία», «υποστήριξη», «κατανόηση»… Aγάπη σημαίνει «παρουσία».

Το ίδιο κιόλας βράδυ, η μαμά μου μάζεψε δυο τρεις αλλαξιές ρούχα στη βαλίτσα της και άλλα τόσα μάζεψα και εγώ στη δική μου, και φύγαμε από το σπίτι χέρι χέρι.

Τώρα πια, στα τριάντα μου σχεδόν χρόνια, μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι οι πιο όμορφες αναμνήσεις της ζωής μου, δημιουργήθηκαν μετά την ενηλικίωσή μου. Τώρα πια μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι δεν είδα ποτέ ξανά βουρκωμένη τη μαμά από τότε.

Ήρθαν και δύσκολες μέρες, δεν το κρύβω, που τα οικονομικά  μας μας δυσκόλεψαν λιγάκι τη ζωή και που κληθήκαμε και οι δυο να απολογηθούμε στους γύρω μας για κάτι που δε φτιάξαμε, όμως ποτέ μου  δε μετάνιωσα για την ώθηση που έδωσα στη μαμά να ξεκολλήσει από τον πάτο στον οποίο είχε κολλήσει εξαιτίας του μπαμπά μου.  Εάν δεν είχαμε τότε αποφασίσει να του γυρίσουμε την πλάτη, η μαμά μου, το ξέρω, ακόμη θα έτρεμε τη σκιά της και εγώ θα είχα την ίδια ακριβώς κατάληξη με εκείνον στο μέλλον: θα εμένα μόνος, με μια πέρα για πέρα εσφαλμένη εντύπωση του τι σημαίνει «οικογένεια».

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαρία Καλύβα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB