Η φωτιά

της Λουκίας Πέτρου

Οι πρώτες τους διακοπές μαζί. Πέντε παιδικοί φίλοι στις πρώτες τους διακοπές, χωρίς γονείς. Στη γιαγιά και τον παππού του Γρηγόρη. Δίπλα στη θάλασσα. Μαζί τους και ο Σωτήρης. Ο μοναχογιός Σωτήρης κι ο αγώνας που έδωσαν όλοι με την υπερπροστατευτική του μητέρα, για να τον αφήσει.

«15 χρονών παιδιά δεν είστε ακόμα, που θα πάτε μόνα;» , έλεγε και ξαναέλεγε η μητέρα του.
«Μα θα είμαστε με τη γιαγιά και τον παππού του Γρηγόρη. Έλα μαμά, αφού τους ξέρεις. Σε παρακαλώ, θα πάνε όλοι, εγώ όχι; Για δυο εβδομάδες, θα είναι μόνο», της έλεγε ο Σωτήρης και η μάνα έλιωνε. Δεν ήταν που δεν ήθελε, ήταν που φοβόταν. Έναν τον είχε. Ο πατέρας του, μαζί του.

«Άστο το παιδί, να ζήσει.», της έλεγε. «Τι τον θες, δεμένο πάνω σου; Μία ώρα μακριά είναι το εξοχικό τους από την Αθήνα. Όποτε θες, θα πεταχτούμε να τον δούμε.»
Στο τέλος τον λυπήθηκε και είπε το μεγάλο ναι.

Το βράδυ, πριν την αναχώρηση κανένα παιδί δεν κοιμήθηκε. Όλοι περίμεναν τη μεγάλη μέρα. Οι πρώτες τους διακοπές μαζί! Μα ούτε και η μάνα του Σωτήρη κοιμήθηκε. Μέσα της, μια φωνή της έλεγε όχι. Ακόμα και τώρα, να πει το όχι. Μα δεν το είπε… Κι αυτό το όχι την πονάει ακόμα.

Οι διακοπές ήταν, όπως τις είχαν φανταστεί. Θάλασσα, ήλιος και σινεμά το βράδυ. Περπάτημα στο κοντινό δάσος και ποδήλατα. Παγωτά και βόλτες το βράδυ στην πλατεία του χωριού. Οι πρώτες ματιές με τα κορίτσια, οι πρώτοι έρωτες, τα πρώτα κόκκινα μάγουλα. Και το βράδυ, όλοι πάνω στην ταράτσα του σπιτιού, να κοιτάνε τα αστέρια και να λένε, να λένε, να ξεχνάνε να σταματήσουν και να τους βρίσκει το ξημέρωμα, κοιμισμένους, χορτασμένους από φιλία και εμπειρίες.

Ένα τέτοιο βράδυ ξεκίνησε η φωτιά. Κανένας δεν κατάλαβε, κανένας δεν την πήρε χαμπάρι. Ξέσπασε στην άκρη του δάσους και μέσα σε λίγη ώρα εξαπλώθηκε παντού. Είχε να βρέξει καιρό και ο αέρας φύσαγε δαιμονισμένος. Ο τέλειος συνδυασμός. Τα αγόρια στην ταράτσα έλεγαν για την Ελένη που κοίταγε απόψε το Σωτήρη κι εκείνος κοκκίνιζε από ντροπή κι έρωτα. Ξάφνου, άκουσαν τις καμπάνες της εκκλησίας και πετάχτηκαν όρθιοι. Τέτοια ώρα, τι να συνέβη;
Κοίταξαν προς το χωριό και τότε είδαν τις φλόγες. Ο παππούς του Γρηγόρη, ανέβηκε τρέχοντας στην ταράτσα και τους είπε να κατέβουν κάτω. Να μείνουν όλοι μαζί με τη γιαγιά κοντά στην παραλία κι αν χρειαστεί να μπουν μέσα στη θάλασσα. Εδώ δεν κινδυνεύουν. Ό, τι κι αν γίνει, να μη χωριστούν. Αυτός θα έτρεχε στο χωριό να βοηθήσει. Ήταν συνταξιούχος πυροσβέστης. Ήξερε τι να κάνει.
«Είμαι πρόσκοπος», φώναξε ο Σωτήρης, «Θα έρθω κι εγώ!»
«Όχι! Μείνε εδώ! Σε λίγο θα έρθει κόσμος προς την παραλία. Θα τους βοηθήσεις καλύτερα εδώ!», του φώναξε ο παππούς κι έφυγε τρέχοντας. Ο καπνός είχε αρχίσει ήδη να τους πνίγει. Τα παιδιά μπήκαν μέσα στη θάλασσα μαζί με τη γιαγιά. Σε λίγο, δεν έβλεπαν τίποτα. Μόνο τη φωτιά να καίει το χωριό…
Στην Αθήνα, η μητέρα του Σωτήρη ξύπνησε τρομαγμένη.
«Το παιδί!», φώναξε, «Το παιδί! Σωκράτη το παιδί!».
«Κοιμήσου, μια χαρά είναι το παιδί. Θα πάμε το πρωί να τους δούμε», της είπε ο Σωκράτης και γύρισε πλευρό.
Μα η μάνα δεν κοιμόταν. Είχε δει κακό όνειρο. Φοβόταν. Και το μόνο που την παρηγορούσε ήταν πως το πρωί θα πήγαινε κοντά του. Είχε αύριο γενέθλια και θα του έκαναν έκπληξη. Ο μόνος όρος που έβαλε στον πατέρα του, για να τον αφήσει. «Στις 17 Αυγούστου, θα είμαστε στα γενέθλια του!». Κι αυτός δέχτηκε. Μία ώρα δρόμος ήταν. Είχαν κανονίσει μυστικά με τους φίλους του το πάρτι. Πόσο θα χαιρόταν το αγόρι της…

«Που είναι ο Σωτήρης; Σωτήρη!». Πρώτος αντιλήφθηκε την απουσία του ο Γρηγόρης. Μα όσο και να τον φώναζαν ο Σωτήρης δεν άκουγε. Έτρεξε να βοηθήσει. Στην άκρη του χωριού ήταν το ορφανοτροφείο. Στα παράθυρα, τα παιδάκια ούρλιαζαν. Οι καλόγριες τρομαγμένες προσπαθούσαν να τα ηρεμήσουν. Μάταια. Η φωτιά έκαιγε ήδη το ισόγειο και ανέβαινε γρήγορα προς τον πρώτο όροφο. Χωρίς να το σκεφτεί, όρμησε μέσα, αγνοώντας τις φωνές του κόσμου. Ήταν πρόσκοπος, ήξερε τι να κάνει. Ανέβηκε γρήγορα από τη μισοκαμένη ξύλινη σκάλα κι έφτασε κοντά τους. Έδεσε μαζί τα σεντόνια από τα κρεβάτια τους και τα έριξε από την πίσω πλευρά του ορφανοτροφείου. Εκεί ακόμα, δεν είχε φτάσει η φωτιά. Άρχισε να βοηθάει τα παιδιά να κατέβουν. Ένα, δυο, πέντε, εφτά, δώδεκα. Και μετά οι καλόγριες. Μία, δύο, τρείς. Όλοι σώοι. Ετοιμάστηκε κι αυτός να κατέβει. Η φωτιά μπήκε με ορμή στο δωμάτιο. Και τότε το είδε. Ένα μικρό σκυλάκι, φοβισμένο κάτω από το κρεβάτι. Έτρεξε να το πιάσει και το μόνο που ακούστηκε ήταν η στέγη να καταρρέει.

Η φωτιά έσβησε το μεσημέρι της επόμενης ημέρας. Έκαψε το δάσος, τα μισά σπίτια του χωριού και το ορφανοτροφείο. Η μάνα του απελπισμένη, τον έψαχνε παντού.
«Μήπως είδατε το Σωτήρη μου; Ένα ξανθό αγόρι με πράσινα μάτια. Έχει σήμερα γενέθλια. Θα γίνει 15. Σας παρακαλώ πείτε μου!».
Μα κανένας δεν της έλεγε. Κανένας δεν τολμούσε. Το ξανθό της αγόρι το βρήκαν κάτω από ένα δοκάρι, αγκαλιά με ένα μικρό σκυλάκι…

Τα επόμενα χρόνια, οι κάτοικοι βοήθησαν να χτιστούν και πάλι τα καμένα σπίτια. Φύτεψαν ξανά τα δέντρα, για να προστατέψουν τα σπίτια τους από τις πλημμύρες. Και το ορφανοτροφείο χτίστηκε ξανά με δωρεές και τη βοήθεια όλων. Και το ονόμασαν «Σωτήρειον Άσυλον» προς τιμήν του.
Και στην άκρη του δάσους, εκεί που ξεκίνησε η φωτιά, άφησαν χώρο για ένα μικρό εκκλησάκι, που ζήτησαν οι γονείς του να χτίσουν. Το αφιέρωσαν στην Μεταμόρφωση του Σωτήρος, μα δεν λειτουργεί ποτέ όλο το χρόνο. Ούτε καν στη γιορτή του, στις 6 Αυγούστου. Μόνο κάθε 17 Αυγούστου, όλο το χωριό μαζεύεται εκεί για λειτουργία. Μαζί και οι γονείς του. Μαζί και η Ελένη. Μαζί και οι 4 παιδικοί του φίλοι.
Κανένας από τους τέσσερις, δεν ξαναγύρισε εκεί για διακοπές. Ούτε καν ο Γρηγόρης. Δεν μπόρεσαν. Και με τα χρόνια κάποιοι χάθηκαν.

Μα κάθε χρόνο εκείνη την ημέρα, χωρίς ειδοποίηση, χωρίς συνεννόηση μαζεύονται όλοι στο μικρό εκκλησάκι. Και σαν μην πέρασε ούτε μία μέρα, μιλάνε ξανά σαν φίλοι παλιοί για όλα, όπως εκείνα τα βράδια στην ταράτσα. Αλλά και για το ξανθό αγόρι, με τα πράσινα μάτια κι εκείνες τις πρώτες διακοπές και το πάρτι που δεν πρόλαβαν να του κάνουν. Και έτσι όπως μιλάνε, ξεχνάνε να σταματήσουν και λένε και λένε… Και κάποιες στιγμές θαρρούν πως ο Σωτήρης είναι και πάλι μαζί τους, ανάμεσά τους, να ακούει και να κοκκινίζει.

Και για μία ημέρα μόνο, κάθε 17 Αυγούστου, γίνονται και πάλι παιδιά και πάλι πέντε…

*Αφιερωμένο σε όλους όσους, τις τελευταίες ημέρες, έγιναν ήρωες και πόνος χωρίς να το επιλέξουν.

Ετικέτες: , ,

Related Posts

Λουκία Πέτρου
by
Previous Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB