H Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει…

της Αναστασίας Μιγδάνη

Το είχα πάρει απόφαση από το προηγούμενο βράδυ. Σαν ξημέρωνε η ηρωική επέτειος του «ΟΧΙ», θα κατέβαινα στην παρέλαση. Δεν ξέρω, ένα αίσθημα πατριωτισμού με είχε κυριεύσει. ΄Ηθελα να νιώσω «υπερήφανη ως Ελληνίδα», μιας και τα τελευταία χρόνια είναι το μόνο πράγμα που δεν μπορώ να νιώσω, με όλα αυτά που συμβαίνουν στον δύσμοιρο τόπο μας. Έτσι λοιπόν πρωί-πρωί, ετοιμάστηκα με χαμόγελο και πήρα τον δρόμο προς την παραλία. Οι ορδές των συμπολιτών μου με συμπαρασύρανε μαζί τους κι εγώ βάδιζα με κορμί στητό, λες και βημάτιζα μπροστά από την εξέδρα των επισήμων. Και κάπως έτσι καμαρωτά έφτασα στη Λεωφόρο Νίκης. Η στρατιωτική παρέλαση μόλις είχε ξεκινήσει. Στριμώχτηκα μέσα στον κόσμο και παρακολουθούσα εκστασιασμένη όλα όσα διαδραματίζονταν μπροστά στα μάτια μου. Δεν πρόλαβα όμως να χαρώ για πολύ, γιατί ξαφνικά πετάγεται μία «κυρία» – ο Θεός να την κάνει – και σπρώχνοντας με, παίρνει θέση μπροστά μου. Μαλλί κομμωτηρίου σαν κουνουπίδι, ταγεράκι μπλε ρουά, να ταιριάζει με την ημέρα και μακιγιάζ «ετοιμάστηκα για τα μπουζούκια».
«Συγγνώμη», της λέω, όσο πιο ευγενικά μπορώ, γιατί ξέχασα να σας πω, ότι στην φούρια της να μπει μπροστά μου, με είχε ελαφρώς ξενυχιάσει. «Σταθήκατε μπροστά μου και δεν μπορώ να παρακολουθήσω.».
«Σιγά, καλή μου, δεν έγινε και τίποτα. Όλοι να παρακολουθήσουμε ήρθαμε. Πήγαινε πιο εκεί αν δεν βλέπεις».
Προσπαθώντας να διατηρήσω την ψυχραιμία μου, γιατί είμαι και μεγαλωμένη με αρχές, συνεχίζω ατάραχη. «Μπορείτε να πάτε εσείς πιο εκεί. Εγώ εδώ στεκόμουν».
«Άκου να σου πω, κοπέλα μου, δεν θα φάω την ώρα μου μαζί σου», συνεχίζει η ευγενική κυριούλα. «Αν θέλεις, κάτσε εδώ, αν δεν βλέπεις πήγαινε πιο πέρα.», μου απαντάει γυρνώντας μου επιδεικτικά την πλάτη.
Τα νεύρα είχαν ήδη ξεκινήσει να πιάνουν τα κόκκινα. Γιατί ναι μεν μεγαλωμένη με αρχές, όπως σας ανέφερα και προηγουμένως, αλλά κάπου-κάπου ξυπνάει μέσα μου ο παππούς μου ο χασάπης. Και κάπως έτσι ξεκίνησε ο καυγάς. Άρχισα να ξεστομίζω κουβέντες, που δεν τις γράφω, γιατί το χαρτί από άσπρο θα γίνει κόκκινο από τη ντροπή του. Πες εγώ, πες αυτήν, λίγο έφτασε να πιαστούμε στα χέρια. Και ομολογώ, πως θα το ευχαριστιόμουν πολύ να της κάνω το μαλλί από κουνουπίδι, μπρόκολο. Αλλά βλέπετε, με συγκράτησαν οι αρχές μου και έκανα πίσω.
Όπως καταλαβαίνετε, ούτε παρέλαση είδα, ούτε κατάφερα να νιώσω υπερήφανη ως Ελληνίδα. Το αντίθετο, μάλλον. Παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής, βροντοφώναξα: «Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ».

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Μιγδάνη
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

14 shares

See You In FB