H αγάπη νικά τα πάντα

της Έλενας Χαρτ.

Ο κυρ Μιχάλης ήταν η ψυχή της γειτονιάς κι όλοι τον αγαπούσαν. Κι αν τα εβδομήντα του χρόνια, είχαν γραφτεί με μακρόσυρτες γραμμές στο πρόσωπό του, εκείνος τα αγνοούσε επιδεικτικά. Θαρρείς κι είχε κάνει συμφωνία με τον χρόνο να μην του θίξει το μυαλό. Έμοιαζε με αιώνιο έφηβο που κατάπιε το ελιξίριο της νεότητας, της ανεμελιάς.

Τον συναντούσα κάθε πρωί στη στάση του λεωφορείου, ακούγοντας την εγκάρδια καλημέρα του που συνοδευόταν από όμορφες ευχές για το ξεκίνημά της. Σ’ εκείνο το εικοσάλεπτο που περιμέναμε καρτερικά το λεωφορείο είχαμε αναπτύξει χιλιάδες συζητήσεις. Μάλιστα, όταν η συζήτηση γινόταν ενδιαφέρουσα πιάναμε δυο θέσεις μπροστά στον οδηγό και συνεχίζαμε τις κουβέντες μας. Δεν ξέρω για ποιο ακριβώς λόγο τον είχα αγαπήσει, πιθανότατα επειδή έμοιαζε στον παππού μου που τόσο άδικα είχα χάσει. Μα δε μου πήγαινε η καρδιά να μη του μιλήσω, να μη τον καλημερίσω, να μη τον ρωτήσω για τα νέα του.

Μου απαντούσε πάντοτε «καλά» με μια ανέλπιστη αισιοδοξία στη φωνή και καμιά φορά μου αφηγούνταν τα κατορθώματα του εγγόνου του στο καράτε με τόσο καμάρι. Λάτρευε την οικογένειά του, να φανταστείτε είχε πάντα πάνω του φυλαγμένη μια οικογενειακή φωτογραφία που είχαν τραβήξει σε κάποια γενέθλια. Τα μάτια του υγραίνονταν όποτε την κοιτούσε και μουρμούριζε σιγανά ότι τα παιδιά του έφυγαν στην ξενιτιά. Έπειτα, δημιουργούσε τις εσωτερικές άμυνές του λέγοντας πως εκεί είναι καλύτερα και τα οικονομικά τους πηγαίνουν περίφημα. Εξάλλου, εκείνος έχει το Κατινάκι του, έτσι αποκαλούσε τη γυναίκα του που τον φρόντιζε με την ίδια στοργικότητα ακόμη και τώρα, σαράντα χρόνια μετά την πρώτη τους συνάντηση.

Ένα πρωί, ο κυρ Μιχάλης στεκόταν σκυθρωπός στη στάση του λεωφορείου κρατώντας δυο ανεμώνες στο χέρι. Είχε ακουμπήσει το βλέμμα του στο πάτωμα και δε μου βροντοφώναξε εκείνη την εγκάρδια καλημέρα. Ευθύς τον πλησίασα ρωτώντας τον τι συμβαίνει. Στην αρχή, προσπάθησε να κρύψει τη θλίψη του με τον πλέον ερασιτεχνικό τρόπο, μα εγώ επέμεινα κι έτσι άντλησα την αλήθεια του.

«Θα σου πω μια ιστορία κόρη μου, βγαλμένη από το χρονοντούλαπο του χθες. Μια ιστορία που δεν έχουν αφηγηθεί σε κανέναν τα χείλη μου, μα σ’ εσένα μπορώ να ακουμπήσω για λίγο τον καημό μου. Τη λέγαν Λίζα κι ήταν κόρη αξιωματικού, είχε μετακομίσει με την οικογένεια της στην πόλη στα δεκαεφτά της. Εγώ τότε θα ήμουν κοντά στα είκοσι, δούλευα στις οικοδομές πλάι στον πατέρα μου. Εκεί τη συνάντησα πρώτη φορά, έξω από το νεόκτιστο κτήριο. Φορούσε ένα χαριτωμένο πολύχρωμο φόρεμα κι είχε τα μαλλιά της μαζεμένα πάνω, να σαν και τα δικά σου. Έχεις νιώσει ποτέ ένα εγκλωβισμένο ηφαίστειο μέσα στο στομάχι σου; Κάπως έτσι αισθανόμουν κάθε φορά που την κοίταζα να περνά από μπροστά μου. Με τα πολλά και χωρίς να θέλω να σε κουράζω ερωτευθήκαμε, κάναμε όνειρα για το μέλλον, θέλαμε να παντρευτούμε. Όμως, ο αξιωματικός είχε άλλα σχέδια και μόλις ανακάλυψε την κρυφή σχέση μας, έκανε σαν μαινόμενο αγρίμι προστάζοντάς την να με χωρίσει αλλιώς θα την έστελνε στο εξωτερικό. Εκείνα τα χρόνια παιδί μου, δεν είχαμε το θάρρος να αντιμετωπίσουμε τη ζωή κι έτσι η Λίζα κλείστηκε στη γυάλα της ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες της οικογένειάς της. Μετά από κανέναν χρόνο έμαθα πως παντρεύτηκε έναν νεότερο συνάδερφο του πατέρα της. Παρ’ όλο που συνέχισα κι εγώ τη ζωή μου κι η Κατίνα, μου χάρισε την ομορφότερη οικογένεια δεν την έβγαλα από το μυαλό μου. Ύστερα από κάποια χρόνια επεδίωξε να με συναντήσει. Ήμουν πολύ ηθικός βλέπεις για να πάω στο ραντεβού μας, δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να πληγώσω το Κατινάκι μου ωστόσο μέσα μου η φωτιά σιγόκαιγε. Τα χρόνια περνούσαν, η ζωή συνεχιζόταν κι εκείνη εξακολουθούσε να με ενοχλεί. Ένα βράδυ αποφάσισα να την αντιμετωπίσω, πηγαίνοντας στο ραντεβού μας. Σ’ ένα μικρό καφενεδάκι. Δε φορούσε το πολύχρωμο φόρεμα, δεν είχε τα μαλλιά της πιασμένα μα ήταν το ίδιο όμορφη. Σαν άγγελος ήταν. Της ξεκαθάρισα πως δεν είχα καμία πρόθεση να χαλάσω την οικογένειά μου κι αν ήξερε η Κατίνα πως δεν την απάτησα ποτέ θα ένιωθε περήφανη για τον άντρα της. Μου είπε πως δεν ήθελε τίποτα παραπάνω από το να με βλέπει πού και πού και να μιλάμε σαν δυο παλιοί καλοί φίλοι. Πες το αδυναμία, πες το λάθος, πες το αγάπη, μα το ίδιο ήθελα κι εγώ. Να την βλέπω και να την ακούω, μου έφτανε…»

«Και μετά, τι συνέβη κυρ Μιχάλη;»

«Κάθε Σάββατο στις 6, στο ίδιο καφενεδάκι ανοίγαμε τις καρδιές μας ο ένας στον άλλον. Δεν μπορώ να σου εξηγήσω τι ακριβώς αισθανόμουν για τη Λίζα ήταν μια αγάπη, που συντηρούσε στον πυρήνα της κάτι από το ερωτικό στοιχείο το οποίο ποτέ δεν επέτρεψα να αναδυθεί στην επιφάνεια. Μα ξέρεις κόρη μου, με τα χρόνια κι αυτό σίγασε, βυθίστηκε στη σιωπή των απωθημένων. Σήμερα τι μέρα είναι;»

«Σάββατο…» αποκρίνομαι δειλά, έχοντας καταλάβει τι συνέβη.

«Τρεις βδομάδες πηγαίνω στο καφενεδάκι κι αντικρίζω την άδεια καρέκλα της. Οι χημειοθεραπείες δε λειτούργησαν, έτσι είπαν. Η Λίζα δεν ξανάρθε στο ραντεβού μας κι έτσι εγώ για όσο με βαστούν τα πόδια θα πηγαίνω να της μιλώ, κάθε Σάββατο στις 6 όπως παλιά…»

Η αλήθεια είναι πως η ψυχή μου σκίρτησε στο άκουσμα της ιστορίας του κυρ Μιχάλη, του αιώνιου έφηβου, του ανθρώπου που όλοι λάτρευαν. Σκούπισε τα υγρά μάτια του μ’ ένα χαρτομάντηλο, πήρε μια βαθιά ανάσα κι επιβιβάστηκε στο λεωφορείο. Ξοπίσω του στεκόμουν εγώ. Με κοίταξε στα μάτια, για πρώτη φορά σήμερα και μου ψέλλισε…

«Η αγάπη νικά τα πάντα κόρη μου!»

Ετικέτες: ,

Related Posts

Έλενα Χαρτ.
by
Previous Post Next Post

Comments

    • Άγνωστος
    • 3 Αυγούστου 2017
    Απάντηση

    Χαίρομαι να βλέπω να αποτυπώνεις στο χαρτί ή μάλλον στο πληκτρολόγιο ιστορίες που ίσως περνάνε κάποια μηνύματα σε κάποιος ανθρώπους που πέρασαν απ’ την ζωή σου και που θα ήθελες να τους είχες πει τόσα πολλά…. τέλος πάντων… συνέχισε να γράφεις και που ξέρεις ίσως κάποτε να περνάς κι εσύ τα Σάββατα σου σε κάποιο καφενεδάκι με κάποιο ιδιαίτερο πρόσωπο σαν της ιστορίας που γράφεις…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

120 shares

See You In FB