Για την Ανατολή

της Έλενας Χαρτ.

Τικ-τακ, τικ-τακ ανάστατα χτυπούσαν οι λεπτοδείκτες επάνω στους αριθμούς ατιμάζοντας τη νεκρική σιγή. Έφτανα πρώτος στο θίασο για να προλαβαίνω να σε βλέπω, να σε παρατηρώ. Ξέρεις, άφηνες πάντοτε τη τσάντα σου στην πρώτη κόκκινη καρέκλα της τρίτης σειράς κι ύστερα βάδιζες προς τη σκηνή σαν ανυπόμονο παιδί που ποθούσε ν’ ανέβει στη ρόδα ενός λούνα παρκ. Τα μάτια σου εξέπεμπαν μια τρυφερή σπιρτάδα και παράπονο το είχα που έστω και μια φορά σου δε με κοίταξες.
Την πρώτη φορά που σε συνάντησα καθόμουν πίσω στον εξώστη, φορούσες ένα πράσινο φόρεμα. Λες και το ύφασμα ξεμάκραινε από τις πράσινες θερμές σφαίρες των ματιών σου, μου ήταν αδύνατον να μη σε παρατηρήσω. Λίγο αργότερα άκουσα κάποιον από την παραγωγή να σε φωνάζει -Ανατολή- κι έτσι κατάλαβα από που βγαίνει το καλλιτεχνικό σου -Ναταλία-. Όχι πως θέλω να το υποβιβάσω, μα το -Ανατολή- σου ταίριαζε γάντι, έδενε απόλυτα με την όψη σου. Έτσι έμοιαζες κάθε φορά που έμπαινες στο χώρο, σαν ήλιος αναδυόμενος που σκέπαζε με τις παχιές αχτίνες του ακόμα και τις πιο απόκρημνες γωνιές.

Είχα αφομοιώσει απ’ έξω το ρόλο σου, ήξερα ακόμα και πότε φούσκωνες το θώρακα σου με οξυγόνο για να καταναλώσεις μια βαθιά ανάσα. Γνώριζα πότε έπρεπε να σταθείς καταμεσής της σκηνής και πότε να συρθείς προς τα πίσω. Πότε έπρεπε να σπάσεις τη φωνή σου, πότε να γελάσεις, πότε να αποχωρήσεις. Ένα πράγμα δεν ήξερα κι ούτε έμαθα ποτέ πως κατάφερες να τρυπώσεις τόσο βίαια στη ψυχή μου. Τα βράδια όταν ξάπλωσα στο παγκάκι, για να αποκοιμηθώ ξανάπαιζα στη μνήμη το ρόλο σου φορεμένο από τη τρυφερή φωνή σου, έτσι αφηνόμουν στα πελάγη του ασυνείδητου.

Σκέφτηκα πολλές φορές να έρθω και να σου μιλήσω. Να σε ρωτήσω κάτι σχετικά με το ρόλο ή να σου πιάσω μια αόριστη συζήτηση για τον καιρό. Κι εκεί που ήμουν έτοιμος να εκτελέσω το μετέωρο βήμα και να σε προσεγγίσω ξεσπούσε στο μυαλό μου ισχυρή καταιγίδα. «Τι θα της πεις ανόητε; Σιγά μη σου δώσει σημασία» οι φωνές κραύγαζαν μέσα μου σαν θεριά. Πράγματι δε θα μου έδινες σημασία. Κι έτσι λούφαζα στη γωνίτσα μου και φανταζόμουν πως ίσως κάποια μέρα μου απευθύνεις εσύ τον λόγο.

Έτσι κι έγινε, εκείνο το πρωινό του Ιούνη που από το άγχος σου ήθελες να καπνίσεις. Με ρώτησες αν έχω ένα τσιγάρο κι εγώ από τη ταραχή μου σκόρπισα μια ολόκληρη ταμπακιέρα στα πόδια σου. Σου φάνηκε τόσο αστείο, γέλασες κι ύστερα με βοήθησες να μαζέψουμε τα λευκά τσιγάρα από το πάτωμα. Τα μαλλιά σου μύριζαν γιασεμί και το δέρμα σου ήταν τόσο απαλό σαν πρώτης τάξεως μετάξι. Με ρώτησες πως με λένε κι αν δουλεύω καιρό εδώ. Σου απάντησα πως με λένε Αλέξη κι ανήκω στην ομάδα των κομπάρσων. Κι ύστερα αμήχανη σιωπή. Για έναν περίεργο λόγο με συμπάθησες κι έτσι κάθε πρωινό με καλημέριζες, λέγοντας μου «Καλημέρα Αλέξη μου!» Αυτή η κτητική αντωνυμία ήταν ικανή να με στείλει στα ουράνια, μονάχα που τη πρόφεραν τα χείλη σου. Από την άλλη φοβόμουν μη σ’ ακούσουν οι άλλοι και σου πουν να κόψεις τα πάρε δώσε με τον άστεγο… Για καλή μου τύχη κανείς τους δεν έδωσε σημασία στη φιλική μας σχέσης.

Με τον καιρό κι όσο πλησίαζε η ημέρα της πρεμιέρας το άγχος σου μεγάλωνε, αναζητώντας μια κρυφή γωνιά για τσιγάρο. Αν σ’ έβλεπε ο σκηνοθέτης να καπνίζεις σίγουρα θα σε απέλυε μιας και το μιούζικαλ απαιτεί κρυστάλλινες φωνές και δε ταιριάζουν σε επαγγελματίες του βεληνεκούς σου τέτοιες κραιπάλες. Έτσι πλησίαζες στην άκρη του δρόμου πίσω από τους θάμνους, για το καθιερωμένο σου τσιγάρο. Άκουγα τα βήματα σου στο πλακόστρωτο σοκάκι -τακ-τακ-τακ- κι ένα σφίξιμο έζωνε το στήθος μου. Σ’ αυτή την άβολη γωνιά κάναμε τις πιο όμορφες συζητήσεις μας. Αφήσαμε το στίγμα μας μιλώντας για τα όνειρα μας. Θυμάσαι;

Μου παραπονιόσουν πως οι άνθρωποι σ’ αντιμετωπίζουν σαν προϊόν ευρείας κατανάλωσης κι ότι η σχέση σου μ’ εκείνον τον σκηνοθέτη βασίζεται σε εφήμερες απολαύσεις. Το ένιωθα πως διψούσες γι’ αληθινή αγάπη. Ήθελα τόσο πολύ να σου εξομολογηθώ πως εγώ είμαι εδώ και μπορώ να σου χαρίσω απλόχερα όση αγάπη επιθυμεί η ψυχή σου για να σκεπαστεί. Μα μόνο αυτό. Τίποτα παραπάνω. Το θυμάμαι εκείνο το βράδυ κάτω από τη βροχή που είχες πιει και με φίλησες. Πνοή Θεού αυτή η σκηνή που έχει κολλήσει στο μυαλό μου ως σήμερα. Πίστεψα πως η ζωή θέλησε να μου χαρίσει το πιο ζωντανό χαμόγελο της. Η ευτυχία μου διήρκησε μονάχα πέντε ώρες μιας και το επόμενο πρωί σε συνάντησα έξω από το θέατρο. Έμοιαζες εμφανώς αναστατωμένη και μου μουρμούρησες πως ο σκηνοθέτης σου ζήτησε μια δεύτερη ευκαιρία στη σχέση σας κάνοντας σου δώρο ένα ταξίδι στα Ιόνια νησιά. Συγκεκριμένα χρησιμοποίησες τη λέξη «διέξοδο» για να περιγράψεις αυτή την εξόρμηση.

Από τότε που η τράπεζα μου κατέσχισε το σπίτι η μόνη μου διέξοδος ήταν το θέατρο. Καταλαβαίνεις λοιπόν γιατί τα μάζεψα κι έφυγα; Συνειδητοποιείς πόσο πόνεσα που εγκατέλειψα το θίασο κι εσένα; Αν έμενα τα πράγματα θα έπαιρναν ανεξέλεγκτη τροπή κι οι φυλλάδες που διψούν για σκάνδαλα θα έβγαζαν την είδηση στη φόρα για τη στενή σχέση της ανερχόμενης πρωταγωνίστριας μ’ έναν αδέσποτο. Θα σου κατέστρεφα τα όνειρα κι ειλικρινά δεν το ήθελα.

Ο λόγος που στέκομαι απέναντι σου αυτή τη στιγμή είναι για να σ ευχαριστήσω που υπήρξες στη ζωή μου έστω και μ’ αυτό τον τρόπο. Πρωταγωνίστησες στα όνειρα μου, όπως ακριβώς θα πρωταγωνιστήσεις στη πρεμιέρα σου απόψε αποσπώντας τα κολακευτικά σχόλια των κριτών και των θεατών σου. Όσο για μένα αν ρωτάς είμαι ο Αντώνης, ο φίλος που σου δάνειζε τσιγάρα, ο φοιτητής της νομικής, ο άνθρωπος που έφτασε στο ζενίθ της εξαθλίωσης και δεν ήταν λίγες οι φορές που σκέφτηκα να με αποδεσμεύσω από το μαρτύριο της καθημερινότητας κόβοντας τα νήματα. Στα χέρια μου κρατώ ένα αεροπορικό εισητηρίο για νέες πολιτείες κι αυτή είναι η ύστατη απόπειρα μου για να ζήσω. Στις αποσκευές μου θα στοιβάξω όλες μας τις αναμνήσεις, τα λόγια του ρόλου σου, την ανάσα σου που μύριζε γιασεμί, το καταπράσινο βλέμμα σου και τον ανεκπλήρωτο έρωτα μου για σένα..

Αυτή την προσπάθεια της επαναφοράς την οφείλω σ’ εσένα Ανατολή… 

Ετικέτες: ,

Related Posts

Έλενα Χαρτ.
by
Previous Post Next Post

Comments

  1. Pingback: Για την Ανατολή – Λεκτικές Αλχημείες

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

50 shares

See You In FB