Φυλακές εντός μας

της Έλενας Χαρτ.

Κάθε φορά που κάτι λέρωνε την ουτοπία μου, έφευγα. Δεν υπήρξα φυγόπονη, απλώς δεν κατάφερα να εγκλωβιστώ σε καλούπια. Αλίμονο σ’ εκείνους που πάσχουν από τάσεις φυγής. Εμένα υπήρξε το δεύτερο όνομά μου, έτσι έμαθα να πορεύομαι.
Έβαζα την αγαπημένη μουσική μου κι ύστερα αφηνόμουν, σ’ έναν αλλιώτικο κόσμο, λίγο πιο φιλόξενο για την εύθραυστη ιδιοσυγκρασία μου. Ξεχυνόμουν στους δρόμους κι ένιωθα να πλημμυρίζω από ελευθερία. Έτσι απλά, μου έφτανε εκείνη η διέξοδος που ξανοίγονταν στα πόδια μου. Εκεί, στο βάθος που όσο προσεκτικά κι αν κοίταζα, έβλεπα μια θεόρατη λεωφόρο να με περιμένει να την περπατήσω…

Εκείνο που μ’ έκανε να νιώθω τόση μεγάλη ανακούφιση ήταν το ανεξέλεγκτο. Μπορούσα να βρεθώ στην άλλη άκρη του χάρτη ή έστω πεντακόσια μέτρα μακριά μονάχα για μένα, χωρίς να με περιμένει κανείς, χωρίς να με ελέγχει κανείς. Υπήρξε η ψυχοθεραπεία μου, στα σκληρότερα βράδια μου. Τριγυρνούσα σα δραπέτης από μια καθημερινότητα που μου περιόριζε τ’ οξυγόνο. Διψούσα να απελευθερωθώ από τη ρουτίνα. Επαναστάτρια χωρίς αιτία; Ίσως…
Έφτανα στο ησυχαστήριο μου. Μπορούσα να γυρίσω ολόκληρη την πόλη, μα πάντα θα έκλεινα τη περιπλάνηση σ’ εκείνο το ξεθωριασμένο κόκκινο παγκάκι, στο μπαλκόνι των κάστρων. Σχεδόν τελετουργικά έριχνα το σώμα μου επάνω του. Ευθύς κάρφωνα τα μάτια στον ορίζοντα. Μια ολόκληρη φλεγόμενη πολιτεία ξεδιπλωνόταν μπροστά μου. Ένιωθα αόρατη εκεί ψηλά, ήθελα μονάχα να κοιτάζω τα τρεμάμενα φωτάκια της παραλιακής και τ’ αεροπλάνα στον έναστρο ουρανό. Έμενα ν’ αναρωτιέμαι, άραγε πόσοι απ’ όλους αυτούς τους ταξιδιώτες ικανοποιούν τις απαιτητικές τάσεις φυγής τους;

Εκεί, καθισμένη στο παγκάκι αράδιαζα τις φουρτούνες μου σ’ ένα παλιό σημειωματάριό που είχα φυλάξει από τα σχολικά μου χρόνια. Λέξη και λύτρωση, ήξερα πως λύνω τον κόμπο που μου προκαλούσε δυσφορία. Καμιά φορά έκαιγα τους προβληματισμούς μου, μέσα σ’ ένα λευκό τσιγάρο κι αν μ’ έβλεπε από μια μεριά η μάνα μου, σίγουρα θα μου έβαζε τις φωνές. Πως δεν προσέχω τον εαυτό μου, πως δεν μ’ αγαπώ. Μάλλον μ’ ενοχλούσαν οι φωνές που πρέσβευαν την αλήθεια. Και το χειρότερο, δεν ήθελα να τις ακούσω από τρίτα χείλη.

Έτσι ξεκινούσε ο απολογισμός μου, γιατί οι τάσεις φυγής μου μ’ έπιαναν στα ζόρια μου. Όταν τα λόγια των φίλων δεν αρκούσαν για να μου ησυχάσουν τις πληγές. Τότε έβρισκα τη γιατρειά μου στις εξορμήσεις, στις ανασκοπήσεις, σ’ εκείνο το παγκάκι. Και ναι, ένιωθα καλύτερα. Λειτουργούσε σαν βάλσαμο μέσα μου. Ξαλάφρωνα. Καθάριζα το μυαλό μου. Έβαζα σε μια σειρά τις σκέψεις μου και με συντροφιά τη μοναξιά μου, έκανα τις ωραιότερες αυτοκριτικές μου. Σε αντίθεση με το λευκό ταβάνι, ο ουρανός δεν με περιόρισε ποτέ. Κι όλες οι δύσκολες μέρες μου, άφηναν το στίγμα τους επάνω σε μια διαδρομή…

Πέρασαν περίπου δύο χρόνια από την τελευταία φορά που καταδυναστεύτηκα από αυτό το συναίσθημα. Προχθές, βρέθηκα εντελώς συμπτωματικά στο ίδιο παγκάκι. Ξέρεις, αναπόλησα. Ήταν λες και μ’ έβλεπα σ’ εκείνη τη γωνιά. Χαμογέλασα πικρά και σου ορκίζομαι θυμήθηκα κάθε λέξη που έριξα στο χαρτί, κάθε σκέψη, κάθε κίνηση, κάθε τσιγάρο. Εν τέλει μέσα μου καυχήθηκα πως τα κατάφερα μόνη μου. Ίσως να μ’ ευνόησαν κι οι συγκυρίες, ποιος ξέρει. Ένα είναι σίγουρο, πως αν ποτέ στο μέλλον τα θαλασσώσω ξέρω που θα βρω τη γαλήνη μου κι αυτό μ’ ανακουφίζει..
Οι τάσεις φυγής μου με βοήθησαν να καταλάβω πως οι φυλακές βρίσκονται εντός μας κι όχι σε κάποια τετραγωνικά ενός δωματίου…

Ετικέτες: ,

Related Posts

Έλενα Χαρτ.
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

142 shares

See You In FB