Φεύγοντας κλείσε την πόρτα

της Έλενας Χαρτ.

Και να που φτάσαμε στο φινάλε. Καίω ένα τσιγάρο, σε πλήρη εναρμόνιση με την αυτοκαταστροφική διάθεση της βραδιάς. Εισπνέω τον καπνό του θανάτου μας κι εκείνος σχεδόν σαδιστικά χαϊδεύει τα μάτια μου γεννώντας δάκρυα. Εκείνα με τη σειρά τους, στέκουν ετοιμόρροπα επάνω στα βλέφαρα προσμένοντας ν ακούσουν το χτύπημα της πόρτας καθώς θα φεύγεις. Για να κυλήσουν. Για να με κάψουν. Για να με λυτρώσουν.
Μιλάς, μιλάς, μιλάς. Για την ακρίβεια αραδιάζεις όλες τις κλισέ εκφράσεις του χωρισμού. Ξέρεις, εκείνες που σιχαίνομαι. Αντικαθιστάς τα «σ’ αγαπώ» του παρελθόντος με «Δεν τραβάει πια». Κι έτσι ξορκίζεις τις ενοχές σου, αποδεσμεύεσαι από κάθε είδους υπαιτιότητα ρίχνοντας τις ευθύνες στη πάροδο του χρόνου, στην ατυχία, στα ετερώνυμα που έλκονται μα στην επόμενη σκηνή απωθούνται κι έμμεσα σ’ εμένα. Ναι, έτσι χωρίζουν όλοι όσοι σου μοιάζουν. Αθόρυβα, αναίμακτα κι ανεύθυνα.
Αν είχες μέσα σου ψυχή, θ’ αντιλαμβανόσουν πως ένα λεκτικό «Τέλος» δεν σβήνει τη λυχνία της αγάπης. Της δικής μου αγάπης, που διαφέρει ολοκληρωτικά από τη δική σου. Αφήνεις πίσω σου καθάριες μνήμες έτοιμες να με κατασπαράξουν. Στο πρώτο σκοτάδι της νυχτιάς να με περικλείσουν υπενθυμίζοντας μου πως πρέπει να μάθω να ζω μακριά σου. Εγώ θα προσμένω καρτερικά εκείνον τον χρόνο που μετριάζει τις πληγές. Το ξέρω, θ αργήσει. Μα, τι σε νοιάζει. Εσύ βιάζεσαι να αποδεσμευτείς.
Θα ήθελα να σε γκρεμίσω. Να ξεπλύνω ότι σέρνει ξοπίσω του τη μυρωδιά σου. Θα ήθελα να σου φωνάξω, να σε βρίσω, να κλάψω, να ντύσω τις λέξεις με θυμό, με πόνο, με λυγμό. Κι ίσως ενδόμυχα όλα τα «θέλω» να σκεπάζονται από την ανάγκη της επιστροφής σου. Βρες ένα τρόπο να ξεριζωθεί από μέσα μου η θανούσα αγάπη. Να κοπεί ο γρίπος που μας συνδέει. Να σωπάσει επιτέλους η διαβολική μοναξιά. Με βομβαρδίζει μ’ ερωτήσεις. «Γιατί έφυγες, γιατί δεν πάλεψες, πως θα ζήσω μακριά σου..»
Κλείσε λοιπόν την πόρτα πίσω σου και άσε με κουλουριασμένη στο ανυπόφορα κενό κρεβάτι. Άσε με αγκαλιά με την ανυπαρξία, το παράπονο, τη μυρωδιά σου στο μουσκεμένο μου μαξιλάρι. Αφού η μοίρα το θέλησε να είμαι εγώ αυτή που θα μείνει πίσω να μαζέψει συνονθυλεύματα από συναισθήματα και συντρίμμια ας γίνει έτσι. Εξάλλου ξυπνάει πάντα μια λυτρωτική χαραυγή μέσα από ανάλγητα σκοτάδια.
Φεύγοντας πάρε μαζί σου τα ρούχα σου. Τις λογοτεχνικές συλλογές σου. Τα δώρα σου. Τις υποσχέσεις σου. Τους τοίχους που θα με πνίγουν. Τις ενδόμυχες σκέψεις μου. Τις απελπισμένες προσπάθειες μου, να σ’ αναστήσω επάνω σε ξένες σάρκες. Τα ασφυκτικά βράδια που θ’ ακολουθήσουν. Και πάνω απ’ όλα πάρε το βλέμμα σου από επάνω μου που πλημμυρίζει από οίκτο. Δεν θέλω να με λυπάσαι! Άσε μονάχα τη καρδιά. Να ηχήσει χτύπος της πρώτη φορά για μένα…

Ετικέτες: ,

Related Posts

Έλενα Χαρτ.
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

98 shares

See You In FB