Eσένα, που κρύβονται οι παιδικές σου αναμνήσεις;

της Λουκίας Πέτρου

Εμένα σε ένα πιατάκι γεμάτο μούρα. Που μου έκοβε ο πατέρας μου, όταν καλοκαίριαζε. Και κάποιες φορές, με ανέβαζε στους ώμους του και τα κόβαμε μαζί. Κι επειδή βιαζόμουν πολύ να τα γευτώ, τα σκούπιζα λίγο και τα τρώγαμε έτσι, όπως ήταν, από το δέντρο. Τι μυρωδιές, τι γεύσεις, τι αναμνήσεις κρύβει για μένα αυτό το δέντρο. Η παιδική μου ηλικία, στα κλαδιά του θαρρείς πως κρέμεται.

Η έναρξη του καλοκαιριού, ξεκινούσε με το μάζεμα του γλυκού αυτού φρούτου. Και τελείωνε με τα τελευταία σύκα αρχές Οκτωβρίου, μαζί με τα πρώτα κρύα του φθινοπώρου. Που σε ανάγκαζαν να αφήσεις σιγά, σιγά την βεράντα σου και να χωθείς ξανά μέσα στο σπίτι. Και οι μουριές έχαναν τα φύλλα τους και έμεναν γυμνές, να περιμένουν την άνοιξη και τα καινούρια τους «ρούχα», που αυτή έφερνε μαζί της. Και τα υπέροχα φρούτα τους, να κρέμονται σαν πολύτιμα κοσμήματα στα κλαδιά τους.

Είναι περίεργο σε πόσα πράγματα, μπορούν να κρύβονται οι αναμνήσεις μας. Σε ένα δέντρο, σε μία εικόνα, σε λίγες λέξεις, σε ένα χάδι, σε μία αγκαλιά. Σε ένα παλιό τραγούδι, σε ένα βιβλίο ή ακόμα και σε ένα φαγητό, που έφτιαχνε η γιαγιά τις Κυριακές που μαζευόμασταν όλοι μαζί. Σε γεύσεις και αρώματα. Μοναδικά για κάποιους, αδιάφορα για άλλους. Για άλλους ασήμαντα και γι’ άλλους, λες κι όλη η μνήμη τους να φυλακίστηκε μέσα τους.

Τρυπώνουν οι αναμνήσεις μας παντού. Για να μας θυμίζουν τις στιγμές, που επέλεξαν να σημαδέψουν για πάντα. Κι εμείς, άλλοτε χαμογελάμε νοσταλγικά κι άλλοτε πονάμε ακόμα, στη θύμησή τους.

Αλλά έτσι είναι οι αναμνήσεις. Μας χαρακτηρίζουν και μας υπενθυμίζουν τις εμπειρίες της ζωής μας. Κάθε τι που ζήσαμε, που ακούσαμε, που γευτήκαμε αλλά και νιώσαμε, θα φυλαχθεί. Θα προστατεύσει την ύπαρξη του. Και μόλις βρει την ευκαιρία, θα τρέξει να σου αποκαλυφθεί. Να σου θυμίσει πως δεν έφυγε. Πως θα σε συντροφεύει. Για όσο καιρό αντέχεις να πορεύεστε μαζί. Πλάι, πλάι.

Γι΄αυτό λέγονται αναμνήσεις. Γιατί μέσα τους, κρύβονται μνήμες. Αρώματα, γεύσεις, μυρωδιές. Ύλη χωρίς σώμα, χωρίς υπόσταση. Πλάσματα λες, που γυρίζουν ξανά. Για να σε πάνε πίσω, στο χρόνο. Σε άλλα μέρη, σε μιαν άλλη ζωή. Να σε ταξιδεύσουν. Να σε προστατεύσουν από τη Λήθη.

Και πιο δυνατές απ’ όλες θαρρείς, οι παιδικές μας αναμνήσεις. Ξεπηδούν, σαν κακομαθημένα παιδιά, φωνάζουν, στριμώχνονται, παλεύουν. Να σε ξαναγυρίσουν πίσω. Να σε κάνουν να αισθανθείς και πάλι όπως τότε. Κι εσύ αδύναμος μπροστά τους, υποχωρείς. Αποζητάς για λίγο πάλι την παιδικότητα σου, αυτό το συναίσθημα της ελευθερίας, της ατιμωρησίας…

Και απλώνεις ξανά τα χέρια. Σηκώνεσαι στις μύτες των ποδιών και κόβεις τα πρώτα μούρα του καλοκαιριού. Και ξαφνικά, βρίσκεσαι και πάλι στους ώμους του πατέρα σου. Εκεί, που ο κόσμος έμοιαζε τόσο μικρός, τόσο λίγος, τόσο ασήμαντος. Τόσο σιωπηλός.

Τότε, που όλα τα θέλω σου, ήταν λίγα φρούτα σε ένα πιατάκι…

Ετικέτες: ,

Related Posts

Λουκία Πέτρου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

28 shares

See You In FB