Έρωτας βραχείας διάρκειας

της Έλενας Χαρτ.

Κάθε φορά που έκλεινα τις πύλες μου, τρύπωνες από τις χαραμάδες. Είχες βρει τον τρόπο να λευκαίνεις τα σκοτάδια μου. Όσο πάσχιζα να πείσω τον εαυτό μου να μη σε θωρεί όταν σ’ ανταμώνει, τόσο κολλούσαν τα κοιτάγματά μου επάνω στη σάρκα σου. Ανταπέδιδες μ’ εκείνο το βλέμμα που γλιστρούσε σαν σπίρτο επάνω σε εύφλεκτο υλικό. Δεν το ήθελα, μα δεν τιθασεύτηκε και ποτέ. Δεν ήθελα να σε ερωτευθώ, μα ποιος κατάφερε να επιβληθεί στην εκκωφαντική φωνή της καρδιάς του. Συνέβη σε κλάσματα δευτερολέπτου παίρνοντας ανεξέλεγκτη τροπή. Φορούσες τη μυρωδιά της εμμονής κι ήταν αδύνατο να την αγνοήσω. Σε φοβόμουν, το ξέρεις κι εσένα και το δεσμό μας κι όλα εκείνα τα ψυχοφθόρα συναισθήματα.

Θυμάσαι όλα εκείνα τα ξημερώματα που μας έβρισκαν στην ταράτσα; Συζητούσαμε ώρες ολόκληρες μέχρι που οι πρώτες πρωινές δέσμες φωτός χάιδευαν τα πρόσωπά μας. Οι αντιλήψεις σου ήταν λευκές και μελαμψές. Ποτέ γκριζωπές. Παιδί των άκρων από πάντα κι εγώ να σου υπενθυμίζω πως αν συνδέσεις τις δύο άκρες δημιουργείς κύκλο. Εκεί οι αντίπαλες έννοιες γίνονται μία μάζα. Εκεί το μίσος συναντά την αγάπη, το πρέπει συναντά το θέλω κι εγώ ανταμώνω μονάχα τα δικά σου θλιμμένα μάτια. Μέσα μου μεγάλωνε η δύναμη του πόθου σαν θεϊκή κι ήταν τα χέρια μου τόσο τρωτά για να την εγκλωβίσουν. Ένας ανεκδήλωτος έρωτας σφράγιζε σφιχτά τα μάτια μου και με παρέσυρε σε μια κούρσα αιφνίδιου θανάτου. Το ήξερα εξ’ αρχής πως δε θα βγάλει πουθενά, όμως η απειθάρχητη καρδιά μου με τροφοδοτούσε με παράλογες προσδοκίες. Κι αν τελικά διαφέραμε; Κι αν μπορούσαμε να ισορροπήσουμε επάνω στο σάπιο σχοινί;

Δεν μας απομάκρυνε αυτό το ανεξέλεγκτο συναίσθημα, αλλά εκείνη η χιλιομετρική απόσταση που δεν μας έδινε πολλά περιθώρια για δεσμεύσεις. Μετά το καλοκαίρι τα φώτα θα έσβηναν, τα παράθυρα θα έκλειναν κι εσύ θα περνούσες δια παντός στα «περασμένα-ξεχασμένα». Θα έβρισκες μιαν άλλη, θα την ερωτευόσουν κι εγώ πιθανότατα να ακολουθούσα την ίδια τακτική φτιάχνοντας τη ζωή μου με κάποιον όμοιό σου. Οι φίλοι θα ρωτούσαν τι απέγινες και με ύφος αδιάφορο θα ψέλλιζα «Δεν μιλάμε πια!» Δεν μιλάμε, εμείς που επικοινωνούσαμε με νεύματα κι αγκαλιές, απλώς δεν μιλάμε πια. Είναι τρομακτικό το πόσο εύκολα δένονται και λύνονται τα σχοινιά των σχέσεων.

Ο χρόνος κύλησε γρηγορότερα απ’ όσο φανταζόμασταν κι οι τελευταίες μέρες του καλοκαιριού ήταν περίεργες. Σαν γλυκόπικρο πιοτό που δε μπορείς ν’ αντιληφθείς ποια από τις δύο γεύσεις υπερέχει της άλλης. Δε θα ξεχάσω εκείνο το βράδυ στην παραλία. Ήσουν τόσο σιωπηλός, σε αντίθεση με τις προηγούμενες μέρες. Σκεφτόσουν έντονα τον αποχωρισμό μας γι’ αυτό κι εγώ σου πρότεινα να παραλείψουμε αυτό το επίπονο κομμάτι. Συμφωνήσαμε να μην αγκαλιαστούμε για τελευταία φορά. Θα λυγίζαμε, το ξέρω. Και στη δική μας περίπτωση δε χωρούσαν δακρύβρεχτα φινάλε και συναισθηματισμοί. Δεν άργησε να ξημερώσει η μέρα της επιστροφής. Θυμάμαι πως με παρέσυρε η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος και πως είχα σταθερό κολλημένο το βλέμμα μου στο κενό. Προσπαθούσα με κάθε δυνατό τρόπο να νεκρώσω αυτό το εικοσιτετράωρο, να το παραλείψω από το ημερολόγιό μου. Δεν ήθελα να μ’ αγγίξει κανένα συναίσθημα. Έμεινα στο σπίτι, δεν έβαλα μουσική, δεν περιποιήθηκα τον εαυτό μου μπροστά στον καθρέφτη. Άφησα τις ώρες να κυλήσουν, σαν γιατρικό επάνω στο τραύμα.

Κοντά στο απόγευμα, χτύπησε το τηλέφωνό μου και ήσουν εσύ. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει σε κομμάτια από το άτσαλο καρδιοχτύπι. Είχα απόλυτη ανάγκη να σηκώσω το ακουστικό και να ψελλίσω τ’ όνομά σου, πλάι στη λέξη «αγάπη μου.» Ωστόσο δεν το έκανα. Έπρεπε να τηρήσω τη συμφωνία μας και να κόψω στο μοντάζ το άδοξο «The end». Έριξα τα βλέφαρά μου επάνω στο τζάμι του παραθύρου. Στεκόσουν στο πεζούλι απέναντι στηρίζοντας ένα τσιγάρο στα χείλη σου. Καθ’ όλη τη διάρκεια προσπαθούσες να επικοινωνήσεις μαζί μου. Έβαλα το κινητό μου κι έπειτα τα συναισθήματά μου στο αθόρυβο. Επέτρεψα στον εαυτό μου να δροσίσει τη φλόγα του φευγιού που σιγόκαιγε μέσα μου με δάκρυα. Είδα τη γυρισμένη πλάτη σου να απομακρύνεται κι έπειτα να χάνεται στο δρόμο. Ήταν η τελευταία σκηνή που έχω να θυμάμαι από σένα. Συνεπής στο λόγο μου, παρέλειψα να σου χαρίσω το ύστατο φιλί. Αν αναρωτιέσαι γιατί, σκέψου πως έχει ξεμείνει μια ελπίδα στην καρδιά που κάπου-κάπου μου ψιθυρίζει πως τίποτα δεν τέλειωσε ακόμη!

Ετικέτες: ,

Related Posts

Έλενα Χαρτ.
by
Previous Post Next Post

Comments

    • Άγνωστος
    • 9 Οκτωβρίου 2017
    Απάντηση

    Τόσα πολλά τα γιατί…. τι νόημα έχει πλέον? Ο καθένας την ζωή του! Αυτή την ελπίδα πάντως κράτα την ποτέ δεν ξέρεις τι μας ξημερώνει..

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

41 shares

See You In FB