Επιστροφή

της Κατερίνας Αποστολίδου

Οδηγεί εδώ και ώρα. Έχει χρόνια να πάρει αυτό το δρόμο. Όταν έφυγε, πίστεψε πως δε θα γύριζε ποτέ πια. Ήταν όμως κάτι που έπρεπε να γίνει. Ήρθε η στιγμή που θέλησε ο ίδιος να επιστρέψει, να τη δει άλλη μια φορά.

Έχουν περάσει τρία χρόνια, κι όμως θυμάται την παραμικρή λεπτομέρεια του προσώπου της, του σώματός της. Τα μαλλιά της, τα πιο απαλά μαλλιά που έχει αγγίξει. Μπορεί να θυμηθεί ακριβώς τη μυρωδιά τους. Λένε πως η αίσθηση που είναι πιο στενά συνδεδεμένη με τη μνήμη, είναι η όσφρηση. Κάθε πρωί, ξυπνούσε πρώτη κι όταν ξυπνούσε κι εκείνος λίγο αργότερα, τον καλημέριζε η μυρωδιά των μαλλιών της στο μαξιλάρι. Πώς να ξεχάσει;

Το πρόσωπό της. Ήρεμο και ψυχρό. Του φαινόταν τέλειο, ήταν το πρώτο πράγμα που πρόσεξε, όταν την πρωτοείδε. Σκέφτηκε πως αυτή η κοπέλα δεν μπορεί να έβγαινε ποτέ εκτός εαυτού. Έμοιαζε να ελέγχει κάθε γραμμή του προσώπου της, κάθε αντίδρασή της. Και ήταν πράγματι έτσι. Ακόμα κι όταν χαμογελούσε, δεν ήξερε ποτέ αν ήταν χαμόγελο συγκατάβασης ή ειρωνείας. Τα μάτια της ήταν το μόνο παράθυρο που είχε αφήσει ανοιχτό. Αυτά συννέφιαζαν, αυτά έλαμπαν, αυτά έκλαιγαν. Πόσο του έχουν λείψει…

Τα μάτια της. Ανοιχτό πράσινο που σκούραινε και πάγωνε κάθε φορά που τον κοίταζε θυμωμένη. Δε θύμωνε εύκολα, αλλά ο θυμός της κρατούσε πολύ. Έχτιζε γύρω της ένα τοίχο και δεν άφηνε κανέναν να περάσει. Τον έκανε να αισθάνεται τόσο μόνος, αβοήθητος, πληγωμένος, να την κοιτά κι εκείνη να λείπει.

Τα μάτια της. Έμοιαζαν να καίνε κάθε φορά που έκαναν έρωτα. Έφταναν μέσα του και τον έλιωναν. Δεν έκλεινε τα μάτια της. Μπορεί τα βλέφαρά της να μην άντεχαν εκείνη τη φωτιά. Τώρα όμως…

Το σώμα της. Είχε φτιαχτεί από κάποιον θεό, σαν το σώμα του κύκνου. Οι κινήσεις της, τόσο αρμονικές. Δεν τη θυμάται ποτέ να σκοντάψει, να γλιστρήσει. Ποτέ δεν της έπεσε κάτι από τα χέρια. Εκείνος πάντα έκανε άτσαλες, άγαρμπες κινήσεις. Κι εκείνη τον κοίταζε μ’ αυτό το ανεξήγητο χαμόγελο. 

Τα χέρια της. Μακριά δάχτυλα, λεπτά και διάφανα. Πόσο ταίριαζαν ανάμεσα στα λουλούδια που κρατούσε. Δεν είχε γνωρίσει άλλον άνθρωπο με τόση αγάπη στα λουλούδια. Στο γάμο τους είχε μεγαλύτερη αγωνία για την ανθοδέσμη που θα της έφερνε παρά για το κοστούμι του. Το πρώτο πράγμα που του είπε όταν έφτιαχναν τα σχέδια του σπιτιού, ήταν πως ήθελε να έχει κήπο. Έστω και μικρό, αλλά να έχει λίγο χώμα, να μπορεί να φυτέψει λουλούδια δικά της. Τόσα χρόνια που έμεναν στα διαμερίσματα είχε σιχαθεί τις γλάστρες. Ήθελε γη… ήταν φτιαγμένη από αέρα, όμως η γη την συγκινούσε. Περίεργη γυναίκα.

Το σπίτι είχε κήπο. Μικρό, αλλά είχε. Περνούσε τόσες ώρες εκεί. Σκάλιζε, πότιζε, έκοβε. Έλαμπαν τα μάτια της. Είχε καταφέρει να χωρέσει τόσα λουλούδια σε ένα μικρό παρτέρι. Τα λουλούδια θέλουν αγάπη, του έλεγε. Αν τους δώσεις, μεγαλώνουν παντού και πάντα.

Κι εγώ θέλω αγάπη, του ερχόταν να πει. Θέλω κι άλλη αγάπη από σένα. Του φαινόταν όμως αστείο να της πει πως ζήλευε τα λουλούδια της, τα βιβλία της, τη μουσική της, τα πράγματα που αγαπούσε. Ήθελε να τον κάνει να νιώσει πως της είναι απαραίτητος, όπως το παρτέρι στη αυλή τους. Δεν μπόρεσε…

Είχε τρία χρόνια να την δει. Της πήγαινε λουλούδια, ήξερε πως αυτό ήταν το σωστό. Αυτό που δεν ήξερε ήταν πώς άντεξε τρία χρόνια μακριά της. Νόμιζε πως δεν ήταν αρκετά δυνατός, πως χωρίς εκείνη δε θα μπορούσε να συνεχίσει. Όμως μπόρεσε. Και τώρα πήγαινε να τη δει, με μια ανθοδέσμη άσπρα τριαντάφυλλα στη θέση του συνοδηγού. Είκοσι δύο άσπρα τριαντάφυλλα, όσα και τα χρόνια που εκείνη ήταν δίπλα του, στη θέση του συνοδηγού.

Πάρκαρε το αυτοκίνητο και πήρε στα χέρια του την ανθοδέσμη. Πρέπει να είχε βρέξει πρόσφατα, μύριζε άνοιξη και βρεγμένο χώμα. Έσπρωξε τη βαριά σιδερένια πόρτα. Του φάνηκε πως ακουγόταν ένα κομμάτι του Cohen από ένα διπλανό σπίτι «So long Marianne»… Προχώρησε αργά. Άφησε τα λουλούδια στο μαρμάρινο βάζο και γονάτισε δίπλα στο μνήμα.

Ετικέτες: , ,

Related Posts

Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

72 shares

See You In FB