Ένας κόσμος λιγότερο παραμυθένιος από τον δικό μου

της Μαρίας Καλύβα

Και σήμερα, όπως και χθες και προχθές, αφήνω βιαστικά το γιο μου στην εξώπορτα του σχολείου του, κάνω μεταβολή, σκύβω το κεφάλι μου για να μην παγώσει ο άνεμος το πρόσωπό μου και φεύγω. Βαδίζω δέκα, δεκαπέντε βήματα και είμαι έτοιμη να διασχίσω τον πιο πολυσύχναστο αυτοκινητόδρομο της πόλης. Τις περισσότερες φορές ρίχνω μια δυο κλέφτες ματιές δεξιά και αριστερά, για να βεβαιωθώ ότι υπάρχει ένα άνοιγμα και για εμένα ανάμεσα στα διερχόμενα αυτοκίνητα, και περνώ βιαστικά απέναντι. Σήμερα όμως τα αυτοκίνητα πηγαίνουν και έρχονται σαν τρελά και ούτε μια χαραμάδα δε μου αφήνουν να χωθώ.

Περιμένω, λοιπόν, και περιμένω… Παραπάνω από υπομονετικά, θα έλεγα. Ούτε που ξέρω πόση ώρα στέκομαι ακίνητη και κοιτώ αποσβολωμένη τα σχήματα που μοιάζουν να έχουν ξεχυθεί μεμιάς σε έναν οργισμένο ποταμό. Τα πόδια μου αρχίζουν να παγώνουν. Το ίδιο και τα χέρια μου. Και η από ώρα, κυρτή πλάτη μου έχει αρχίσει και αυτή να πονά. Αναγκάζομαι να οπισθοχωρήσω μερικά βήματα. Κάνω ένα, δυο, τρία… τέσσερα ίσως βήματα πίσω. Κάθομαι αναπαυτικά σε ένα ξύλινο παγκάκι και, πρώτη φορά τέτοιον καιρό, που ο γκρίζος χειμωνιάτικος ουρανός σφίγγει για τα καλά την καρδιά μου, σηκώνω το βλέμμα μου και αρχίζω να παρατηρώ προσεκτικά τον κόσμο.

Κοιτώ όλους εκείνους που τρέχουν ακόμη βιαστικά, μα και κάποιους άλλους: Μια κοπέλα που βρίσκεται λίγα μόλις μέτρα μακριά μου, καθισμένη σε ένα άλλο ξύλινο παγκάκι της γειτονιάς μας, και σχηματίζει με τα δάκρυά της λιμνούλες στα πόδια. Και έναν άλλον νεαρό, βυθισμένος στις σκέψεις του και αυτός, που προχωρά τρικλίζοντας, σαν να είναι ζαλισμένος. Κάποια στιγμή, αυτός με προσπερνά. Σηκώνεται μετά και η κοπελιά και φεύγει. Και μένω μονή μου τώρα εγώ να συλλογίζομαι όλα αυτά που αντίκρισα, να προσπαθώ να σηκωθώ και να επιστρέψω επιτέλους στο σπίτι μου.Φτάνει το μεσημέρι. Ώρα να πάρω το γιο μου από το σχολείο. Βαδίζω αργά και εξερευνητικά αυτή τη φορά. Μπροστά μου διαδραματίζεται ένα ακόμη θλιβερό σκηνικό: Δυο αγόρια πιάνονται στα χέρια. Το ένα πέφτει κάτω και το άλλο το ξυλοκοπά με μανία. Μέχρι να τα πλησιάσω, εξαφανίζονται, γίνονται καπνός. Σηκώνονται και τα δυο και τρέχουν φοβισμένα προς αντίθετες κατευθύνσεις. Αναρωτιέμαι αν η κοπέλα, ο νεαρός ή τα δυο αυτά παιδιά μοιραστούν αργότερα τις έννοιες και τους φόβους τους με τους γονείς τους.

Την ίδια κιόλας μέρα επιδιώκω να κάνω μια τρίτη και μια τέταρτη εξόρμηση. Μία το απόγευμα, με το ποδήλατό μου, σε δυο τρεις κοντινές γειτονιές, και μία μεταμεσονύχτια, με το αυτοκίνητό μου, μεγαλύτερης διάρκειας αυτή τη φορά. Χτενίζω όλη την πόλη τελικά. Σε γωνιές σκοτεινές, σε πάρκα ερειπωμένα, σε εισόδους πολυκατοικιών και σε μισογκρεμισμένα κτήρια βλέπω να σκιαγραφείται η μοναξιά. Μια μαυρίλα που η δική μου ολόχρωμη ζωή ούτε που φανταζόταν ότι υπήρχε.

Πρώτη φορά πιάνω τον εαυτό να τρέμει στην ιδέα ότι ανάμεσα σε εκείνους τους νέους και τις νέες που βρίσκονται κουρνιασμένοι μπροστά μου μπορεί να είναι και το δικό μου παιδί. Κατεβάζω ως κάτω το παράθυρο και κοιτώ ξανά, ακόμη πιο προσεκτικά, πιο φοβισμένα. Συνειδητοποιώ πλέον πως και εγώ, όπως και οι γονείς αυτών των παιδιών, μέχρι πριν λίγο εθελοτυφλούσα. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα τι συνέβαινε έξω από το σπίτι μου. Για την ακρίβεια, δεν ήθελα να μάθω, διότι νόμιζα πως δε με αφορά.

Η πρώτη ηλιαχτίδα της μέρας εμφανίστηκε ξαφνικά, τα σκοτάδια ευθύς τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Είναι ώρα πια να κοιτάξω τους φόβους μου κατάματα. Στο δικό μου παραμύθι τελικά δεν υπάρχουν μόνο νεράιδες και πρίγκιπες. Υπάρχουν πλέον και τέρατα και δράκοι, με τους οποίους πρέπει σήμερα κιόλας να αναμετρηθώ. Γιατί, αν από θαύμα, δε βρήκα την περασμένη νύχτα το γιο μου στα σκοτάδια, δε σημάνει ότι δεν ήταν εκεί προχθές ή πως δε θα είναι αύριο.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαρία Καλύβα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

35 shares

See You In FB