Ένας δειλός υπερόπτης

της Τζίας Διαμαντοπούλου

Ξύπνησα ασήκωτος. Το πρωί αισθανόμουν τους ώμους μου πιασμένους και η πλάτη μου ένιωθα να κουβαλάει κάποιο γυναικείο παράπονο. Δεν έδωσα σημασία και σηκώθηκα με πείσμα, ετοιμάζοντας τον καφέ με ολίγη. Δεν θυμάμαι και πολλά από χθες το βράδυ, παρά μόνο ότι ξημέρωσα στο Μπαρ. Ξαφνικά στάθηκα στο γεγονός ότι, αν και θαμώνας του Μπαρ, δεν γνώριζα το πραγματικό του όνομα. Το προσπέρασα γρήγορα όμως, ξέρω, κανείς δεν με ρωτάει. Φίλους δεν έχω, βγαίνω μόνο τη νύχτα.

Δεν σε φύλαξα εαυτέ μου. Σου δίδαξα, σε μόρφωσα, σου έμαθα. Μα δεν σε χάιδεψα, δε σε πρόσεξα, δε σ’ αγκάλιασα. Μείναμε οι δυο μας τώρα, μόνοι, να ερωτοτροπούμε και να τσακωνόμαστε. Να μεμψιμοιρούμε, να καταριόμαστε, να κατηγορούμε ο ένας τον άλλον. Γιατί φοβόμουν και φοβόσουν. Δεν σου βρήκα έναν άνθρωπο να σ’ αγαπήσει. Εσύ πανταχού παρών στη σκέψη μου μα ποτέ και πουθενά σε πράξεις και αποφάσεις.

Είσαι δειλός. Κι εγώ πείσμωσα κι έκλεισα το στόμα. Φταίμε και οι δύο. Κάποιος σαν να μας ξεγέλασε κι αποφασίσαμε να ζήσουμε μοναχικά. Είπε κανείς ότι η μοναξιά είναι ελευθερία; Είναι το μεγαλύτερο ψέμα. Ψέμα γλυκό στην αρχή, αμείλικτο στο τέλος, αμετανόητο. Εγώ το πουλί κι εσύ τα φτερά μου, κλείσαμε το κλουβί, ασφαλίσαμε την πόρτα και στεκόμαστε, κοιτάμε τη ζωή που κυλάει μακριά σαν μαντίλι που ξέφυγε απ’ τα απλωμένα ρούχα.

Κολυμπώντας στην άρνηση και την αδιαλλαξία, δεν θελήσαμε ποτέ κανέναν, τάχα απτόητοι και δυνατοί. Πιστέψαμε εαυτέ μου πως είμαστε ελεύθερα πουλιά και δεν τους θέλαμε τους άλλους, μας κλέβανε οξυγόνο. Κι όμως, αυτά τα στεγανά αγκιστρώθηκαν επάνω μας. Ελεύθερος στέκεις με ψηλά το κεφάλι και αγαπώντας ανθρώπους, ζώα, λουλούδια, τα σύννεφα, τη βροχή, τη θάλασσα. Όταν αγαπάς, μέρα και νύχτα δίχως ανάσα. Κάποτε εαυτέ μου αγαπούσα μόνο εσένα. Χωρίς όραμα, υπήρξα ένας άνθρωπος άδειος. Καθώς σου εξομολογούμαι πονώ, μα νιώθω πιο ελεύθερος από όσο ποτέ υπήρξα.

Κάποιες λίγες στιγμές σε απομακρύνω, προσποιούμενος πως δεν υπάρχεις. Ήσουν μια ψευδαίσθηση, μια παγίδα, η υπεροψία που με φλόμωσε. Κάποιες άλλες φορές σου χαρίζω όλα τα δίκια, σε παραμελούσα όταν με χτυπούσες με σκληρές αλήθειες. Δεν έχω πια ισορροπία, δεν ξέρω τις προθέσεις σου εαυτέ μου. Κατάντησα να έχω, ωστόσο, μόνο εσένα πλάι μου. Έλα, πάμε να σε κεράσω ένα ουίσκι στο Μπαρ. Να μονιάσουμε, να ξεχάσουμε, να βρούμε κι άλλους τιμωρημένους σαν κι εμάς, να νιώσουμε καλύτερα.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Τζία Διαμαντοπούλου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

40 shares

See You In FB