Ένα με τη θάλασσα

της Αναστασίας Μιγδάνη 

Περπατούσε σκυφτός με τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν του. Το στριφτό κρεμόταν από το στόμα του μισοσβησμένο, αλλά αυτός χαμένος στις σκέψεις του, συνέχιζε να το ρουφάει.
Ήταν απόγευμα, ένα από εκείνα τα γλυκά ανοιξιάτικα απογεύματα. Ο κόσμος κατέβαινε στην παραλία. Κι αυτός με βάδισμα χαμένο, να προσπαθεί να περάσει ανάμεσά τους χωρίς να δίνει σημασία στα σπρωξίματα και στις βρισιές που άκουγε στο διάβα του.

Καμία ανταπόκριση, καμία αντίδραση, καμία αίσθηση γενικότερα. Το απόλυτο τίποτα φορεμένο από έναν άνθρωπο. Το μόνο που λειτουργούσε ακόμη μέσα του ήταν η καρδιά του και το μυαλό του που ήταν πνιγμένο από σκέψεις.
Συνέχιζε να κατηφορίζει τον δρόμο με τον ήλιο απέναντι να του τυφλώνει τα μάτια. Μάτια μαύρα, που δεν μπορούσες να καταλάβεις αν αυτό ήταν πραγματικά το χρώμα τους ή απλώς ο έντονος πόνος τα είχε σκοτεινιάσει τόσο. Όμορφα μάτια σίγουρα, ακόμη κι αν ήταν ντυμένα το ρούχο της απόγνωσης και τη απελπισίας. Μάτια που σε αλλοτινούς καιρούς θα στόλιζαν με φως το πρόσωπο του.

Περπατούσε με βήματα σταθερά προς τον σκοπό του. Το μόνο που ήθελε ήταν ν’ αφήσει πίσω του όλα του τα όνειρα, την ζωή του ολάκερη. Απ’ αυτήν έτρεχε να ξεφύγει. Αλλά πώς; Με ποιον τρόπο πετάς από πάνω σου τον εαυτό σου;
Εδώ και μέρες το αναμασούσε μέσα στο μυαλό του. Απλός τρόπος, δύσκολος βέβαια αλλά ότι πονάει πάντα είναι δύσκολο. Αυτό το ήξερε καλά.

Συνέχισε να σκέφτεται καθισμένος πια στο αγαπημένο του παγκάκι. Σ’ αυτό που είχε ζήσει τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής του. Έχοντας απέναντι του την θάλασσα που τόσο αγαπούσε.
Χαρές, λύπες, κλάματα, γέλια, όλα εδώ.
Χάιδεψε το ξύλο τρυφερά κι ένιωσε την τραχιά επιφάνεια να του γρατζουνάει την παλάμη. Σκέφτηκε πως αυτό το παγκάκι ήταν ποτισμένο με την ζωή του. Και με πόσες άλλες ζωές, άραγε;, σκέφτηκε. Πόσοι άνθρωποι ακούμπησαν απάνω του τις ελπίδες τους, τις σκέψεις τους, τις λαχτάρες τους, τις επιθυμίες τους, τις ανάγκες τους;

Σήκωσε το βλέμμα του αργά και χάιδεψε με το βλέμμα του την θάλασσα. Ξαφνικά τα μαύρα του μάτια θαρρείς και πήραν λίγο από το μπλε της χρώμα. Σα να ζωντάνεψε κάτι μέσα τους. Στιγμιαία προσπάθεια να πιαστεί από το υγρό της σχοινί; Απέλπιδη προσπάθεια να σώσει την ψυχή του; Κατέβασε πάλι τα μάτια του και έστριψε ένα τσιγάρο. Το έβαλε αργά στα χείλη του και το άναψε. Τράβηξε μία μεγάλη ρουφηξιά και έγειρε πίσω το κεφάλι του, καθώς φυσούσε αργά τον καπνό.

Κοίταξε τα άσπρα σύννεφα που αργοσάλευαν στο απέραντο γαλάζιο του ουρανού. Σκέφτηκε τα όνειρα που έκανε όταν ήταν παιδί. Να σπουδάσει αυτό που γούσταρε, να διαπρέψει και να κάνει μία όμορφη οικογένεια. Η αλήθεια είναι πως τα κατάφερε. Πήρε πτυχίο στον τομέα που ήθελε, βρήκε δουλειά και παντρεύτηκε το κορίτσι που ερωτεύτηκε όταν ήταν φοιτητής. Όλα υπέροχα και όμορφα όπως τα ονειρευόταν. Όμως, η μοίρα δεν σου κάνει πάντα τα χατίρια. Έρχεται η στιγμή που σου τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια, γελώντας ειρωνικά. Και τότε βλέπεις την ζωή σου να γλιστράει σαν την άμμο μέσα από τα δάχτυλα σου. Κλείνεις σφιχτά τις χούφτες σου αλλά δεν μπορείς να την κρατήσεις.

«Δυστυχώς, πρέπει να κάνουμε περικοπές στην εταιρεία.» Επτά λέξεις που ξεστομίστηκαν ανώδυνα, χωρίς να γνωρίζουν την απόγνωση που γέννησαν σ’ έναν άνθρωπο. Έτσι απλά, χωρίς σκέψη. Δεν το έβαλε όμως κάτω, άρχισε να ψάχνει για κάτι άλλο. Βιογραφικά, συνεντεύξεις, τηλέφωνα. Τίποτα όμως. Κανείς δεν χρειαζόταν υπάλληλο με τόσα προσόντα. Και συνέχισε να χτυπάει πόρτες, χωρίς καμία προοπτική. Αλλά δεν παραιτήθηκε, έπιασε δουλειά σαν σερβιτόρος. Μεροκάματο συμπαθητικό, εξάλλου ποτέ δεν την φοβήθηκε την δουλειά. Του έφθανε που είχε δίπλα του το πρόσωπο της να του χαμογελάει κάθε μέρα. Του έφθανε να ξυπνάει το πρωί και να είναι η δική της καλημέρα η πρώτη κουβέντα που άκουγε. Του έφθανε που το βράδυ που γυρνούσε κατάκοπος, αυτή ήταν εκεί να τον περιμένει με μια αγκαλιά κι ένα φιλί. Εξάλλου, αυτή ήταν η ζωή του. Μέχρι που…

Γύρισε κουρασμένος από τη δουλειά, κρατώντας στα χέρια του ένα κόκκινο τριαντάφυλλο που είχε αγοράσει από έναν πλανόδιο πωλητή. Ανέβαινε με το ασανσέρ και χαμογελούσε με λαχτάρα που θα την έβλεπε. Έστριψε το κλειδί στην κλειδαριά και μπήκε μέσα φωνάζοντας την. Σκοτάδι στο σπίτι, μόνο το μικρό φως στον διάδρομο φώτιζε λίγο τις σκιές. Αυτή πουθενά. Προχώρησε στο σαλόνι και πάνω στο τραπέζι βρήκε ένα σημείωμα. Έριξε το σώμα του στον καναπέ και άνοιξε σιγά-σιγά το διπλωμένο χαρτάκι.

Τα λόγια της ξεπήδησαν σαν ποταμός και τον παρέσυραν στο σκοτάδι του δωματίου. «Φεύγω. Δεν αντέχω άλλο αυτή την μιζέρια. Συγνώμη». Ένιωσε την ανάσα του να κόβεται και πέταξε τα λόγια της πάνω στο τραπέζι, δίπλα στο κόκκινο τριαντάφυλλο. Το κοίταξε και του φάνηκε πως άνοιξε διάπλατα σαν μία μεγάλη μαύρη τρύπα που τον ρουφούσε λίγο-λίγο. Μπλέχτηκε μέσα στο «φεύγω» και προσπάθησε να αρπαχτεί από το «συγνώμη». Έκλαψε εκείνο το βράδυ σαν μικρό παιδί. Και τις υπόλοιπες μέρες άρχισε να πηγαινοέρχεται στην ζωή του σαν ξένος. Δούλευε, κάπνιζε, έπινε κι έκλαιγε… Και η σκέψη να πηγαινοέρχεται μέσα στο μυαλό του σαν κλέφτης. Κρυφά, ύπουλα.

Και τώρα εδώ. Χαϊδεύει το ξύλινο παγκάκι με τρυφερότητα παίρνοντας δύναμη για ν’ αποχαιρετίσει την ζωή του.
Πετάει το τσιγάρο χάμω και πατώντας το με το παπούτσι του, σηκώνεται αργά αλλά αποφασιστικά. Κάνει μικρά διστακτικά βήματα στην αρχή, και σιγά-σιγά μεγαλύτερα και πιο σταθερά. Πλησιάζει στην άκρη του νερού. Λίγα λεπτά αργότερα δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν η θάλασσα έχει πάρει το μαύρο χρώμα των ματιών του ή τα μάτια του το μπλε χρώμα της θάλασσας.

Ετικέτες: , ,

Related Posts

Αναστασία Μιγδάνη
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

101 shares

See You In FB