Eξομολόγηση σε Ένα Βιβλίο

της Μαριλένας Κολλάρου

Σε αντιμετωπίζω καλύτερα, όταν κάθεσαι απέναντι μου σαν «ανοιχτό βιβλίο», έτσι ώστε να μπορώ να γεμίζω το μισοάδειο σου, με το μισογεμάτο μου. Έτσι ώστε οι σιωπές μου να γίνονται οι λέξεις σου και οι φυλλάδες σου σώμα, που ακουμπά η έκσταση μου.

Ξεφυλλίζω τις σιωπές στις λέξεις σου. Μίλησε μου για τον κόσμο. Μυρίζεις γνώση, σιγουριά και περιπέτεια. Μυρίζεις αγάπη. Σε φυσά ο αέρας και αλλάζεις μορφή, μα η ψυχή σου είναι πάντοτε ίδια, η πρόθεση σου αγνή. Μάθε με να αγαπώ, όλες τις λέξεις. Σκαλισμένες στο σώμα σου, τατουάζ καταδίκου. Πάντοτε μικρές και μαύρες, πάντοτε διάφανες και βαριές. Τις κρεμώ σαν σκουλαρίκια, καθώς τις ψιθυρίζω στα αφτιά μου. Στολίζομαι με τις περιπέτειες σου, τριγυρνώ τον έξω κόσμο, κανείς δεν με καλύπτει όπως εσύ. Με εκτοπίζεις και με προσγειώνεις. Κοντά σου μαθαίνω, ότι τα απότομα αγγίγματα σχίζουν το δέρμα. Κοντά σου μαθαίνω να αγγίζω ελαφρά, να ψιθυρίζω ερωτόλογα, να αφοπλίζω την ρουτίνα.

Μίλησε μου κι άλλο, κάποτε θα σου απαντήσω. Θα είμαστε εγώ κι εσύ στο ράφι. Θα ξαπλώνουμε δίπλα, θα στηρίζουμε στις πλάτες μας μια νέα γενιά, αν είμαστε τυχεροί δυο και τρεις. Κάποτε θα σου απαντήσω. Θα χτίσω ακατανόητες λέξεις, κάστρα κι ιππότες. Θα σκαλίσω φέρετρα, θα φυτέψω λίμνες. Θα γίνω χαρτί και το αίμα μου μελάνι, θα δεις…

Επάνω σου δεν ξεχωρίζω παράλληλες γραμμές, είσαι λευκό για εμένα. Σε λένε φύλλο, μα για εμένα είσαι φίλος. Στις σελίδες σου γίνομαι εγώ, -σε αντίθεση με τον έξω κόσμο- μαζί σου επιβάλλεται να είμαι ο εαυτός μου.

Μαζί μεγαλώσαμε, θυμάμαι τις πρώτες λέξεις που σκάλισα επάνω σου, καλύτερα όμως να μην θυμάμαι. Δεν ήταν καλές, όμως δέχτηκες να τις φυλάξεις τόσα χρόνια και να ποτίσεις με το χάρτινο άρωμα σου τις αναμνήσεις μου. Πίστεψες σε εμένα κι υπήρξες ο πρώτος αναγνώστης της μιζέριας και της περιφρόνησης μου.

Φιλοτεχνούσα το λευκό σου με δικές μου λευκές αποχρώσεις. Δεν ξέρω πώς καταφέραμε και δημιουργήσαμε κάποτε χρώμα. Δεν ξέρω πώς καταφέραμε και γνωρίσαμε δυο γραφιάδες. Οι δικές σου σελίδες μοιάζουν με πάπλωμα που σκεπάζει τη μοίρα μου, καταδικασμένη να τα μάθει όλα ο κόσμος. Στις γωνιές σου φωλιάζουν τα δάχτυλα μου και βουλιάζουν στο ζεστό μείγμα ενός ξένου οράματος.

Θα γίνω χαρτί και το αίμα μου μελάνι, θα δεις…

Δεν με αδίκησες, σωστά σε ξεφύλλισε επάνω μου  η μοίρα.

Θα σκαρφαλώσουμε μαζί σε εκείνο το ψηλότερο ράφι που ονειρευόμαστε μια ολόκληρη ζωή. Τότε θα πέσουμε, οι σελίδες θα σκορπίσουν, η αρχή και το τέλος θα χαθούν. Το σχέδιο είναι απλό: Θα αναζητήσουν τα περιεχόμενα και θα συναρμολογήσουν βήμα – βήμα το χρόνο.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαριλένα Κολλάρου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

33 shares

See You In FB