«Έφυγες και συ, παιδί μου»

της Δέσποινας Τσαναξή

Ήταν Σάββατο, 20 Ιουλίου. Σήμερα ήταν ο γάμος της κόρης της. Μία από τις καλύτερες μέρες της ζωής της. Σήμερα τα πάντα έλαμπαν από ευτυχία. Εκατοντάδες χαμογελαστά πρόσωπα έκαναν την εμφάνισή τους και ευχές λαμπροφόρες έδιναν στο παντρεμένο ζευγάρι. Άσπρο και κόκκινο, ήταν τα χρώματα που κυριαρχούσαν. Έρωτας, ελπίδα και αγνότητα ήταν τα συναισθήματα που πλημμύριζαν τους παρευρισκόμενους.
Κάπου στο βάθος της εκκλησιάς μπορούσες να διακρίνεις την παρουσία της. Σιωπηλή και διακριτική μητέρα, με μία πάντα μεγαλοπρεπή εμφάνιση, βαθιά συγκινημένη για το χαρμόσυνο γεγονός, στεκόταν πίσω-πίσω και καμάρωνε τα αγαπημένα της παιδιά. Πέρα όμως από αυτή την ανεξάντλητη χαρά, στα μάτια δεν έπαψε στιγμή να καθρεφτίζεται μία θλίψη.
Όταν τελείωσε ο γάμος και το γλέντι, όταν τα φώτα έσβησαν και οι καλεσμένοι αποχωρούσαν σιγά-σιγά, η μητέρα φίλησε στοργικά την κόρη και τον γαμπρό της και κατευθύνθηκε μόνη προς το σπίτι. Ανέβηκε την μεγάλη σκάλα και βγήκε κατευθείαν στην βεράντα. Άναψε ένα τσιγάρο, και καθώς παρατηρούσε την κάφτρα του να καίει, ξέσπασε σε δάκρυα. Σκεφτόταν πως το κοριτσάκι της, της έφυγε πια. Δεν θα τη μεγάλωνε άλλο, δεν θα τη φρόντιζε, δεν θα τη νανούριζε όπως όταν ήταν μικρή για να την πάρει γλυκά ο ύπνος. Όλα αυτά τώρα θα γινόντουσαν η όμορφη «συνήθεια» κάποιου άλλου.

Αχ, αγάπη μου, μεγάλωσες και μου έφυγες» είπε αναστενάζοντας, κοιτώντας τον βαθύ σκοτεινό ουρανό.
Και καθώς παρατηρούσε τα αστέρια και αναρωτιόταν τι άλλες εκπλήξεις και δοκιμασίες της επιφυλάσσει η ζωή, το μυαλό της άρχισε να ανατρέχει στα παιδικά της χρόνια. Έτσι, πήρε το άλμπουμ το φωτογραφιών, το άνοιξε και είδε μέσα όλες της τις αναμνήσεις. Από τα πρώτα της γενέθλια μέχρι και από τον γάμο της.
Και τότε άνοιξαν οι ουρανοί. Τα δάκρυα έκαιγαν το πρόσωπό της, το μυαλό της άρχισε να παίρνει γρήγορες στροφές –μη μπορώντας πλέον να το ελέγξει-, και η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ξαφνικά ξεπρόβαλλαν όλα αυτά τα αναπάντητα γιατί που είχε καλά κρύψει μέσα της. Οι σκέψεις ερχόντουσαν σαν βολίδες στο νου της. Και το «παιδί» που είχε κλειδώσει βαθιά στην ψυχή της, το ένιωθε να χτυπάει τα κάγκελα της φυλακής του και να διαδηλώνει βουβά για την ελευθερία του.
Όσο και αν παρατηρούσε τις φωτογραφίες από την παιδική της ηλικία διαπίστωσε πως οι τότε καταστάσεις και τα συναισθήματά που είχε αναπτύξει είχαν σβήσει κάθε αποτύπωμα της παιδικότητάς της.
Είχε σκληρύνει από δεκατρία χρονών. Σκλήρυνε λοιπόν, για να αντιμετωπίσει τους συνεχείς καβγάδες, τον μετέπειτα χωρισμό των γονιών της και την εγκατάλειψη του πατέρα της. Είχε βάλει αγκάθια γύρω της και δεν άφηνε κανέναν να την πλησιάσει. Είχε σταματήσει να λέει σ’ αγαπώ και ζητούσε συνεχώς συγνώμη, νομίζοντας πως αυτή ευθύνεται για κάθε κακό. Φοβόταν να έρθει σε επαφή με ανθρώπους και να αναπτύξει σχέσεις μαζί τους γιατί ήξερε πως δεν θα κρατήσουν για πάντα.

Αυτό το για πάντα ήταν που την τρομοκρατούσε και συνάμα την πλήγωνε. Μα, δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι η εκούσια μοναξιά της αποτελούσε την βαθιά πληγή της. Δάμαζε τα θέλω της και συμπεριφερόταν πάντα σύμφωνα με τις προσταγές των άλλων, θεωρώντας πως ήταν ο μοναδικός τρόπος για να είναι αρεστή.
Κάτι περίεργο όμως συνέβαινε, κανένας ποτέ της δεν την κατάλαβε, κανένας δεν υποψιάστηκε ότι συμβαίνει και κάτι άλλο. Έδειχνε χαρούμενη, συνέχεια με ένα χαμόγελο. Ήταν καλή και πονόψυχη, όμως όταν έκλεινε η πόρτα και οι παρέες έφευγαν, εισχωρούσε πάλι στον βούρκο της ατέλειωτης μοναξιά της.
Ο καιρός κυλούσε και αυτή είχε βολευτεί πια μέσα στον μικρόκοσμό της.
Η ζωή όμως δεν σε ρωτάει, απλά προχωράει φέρνοντας σε αντιμέτωπο με τους χειρότερους σου εφιάλτες. Και σε αυτήν έφερε χίλιες δύο συναισθηματικές προκλήσεις. Αρχικά δεν φοβήθηκε, θεώρησε πως είναι προστατευμένη μέσα στην γυάλα της. Όμως πόσο αφελής στάθηκε;
Η γυάλα έσπασε και αυτή έμεινε ευάλωτη μπροστά σε έναν κόσμο από τον οποίο προσπαθούσε να κρατηθεί μακριά.
Καθώς της ερχόντουσαν αυτές οι αναμνήσεις στον νου, θυμήθηκε την παλιά λαϊκή ρήση «αν δεν πάθεις δεν θα μάθεις». Χαμογέλασε.

Αυτή και έπαθε και έμαθε, και έκανε το ίδιο λάθος δύο και τρείς φορές, με το ίδιο πάντα αποτέλεσμα και πλήγωσε αλλά και πληγώθηκε. Έκλαψε και χτυπήθηκε.
Ερωτεύτηκε και μίσησε. Τα έκανε όλα. Έζησε. Όπως έπρεπε. Και το πιο σημαντικό είναι ότι μαλάκωσε. Δεν ήταν πλέον ψεύτικη, δεν υποκρινόταν. Έλεγε αυτά που την ενοχλούσαν, δεν κρατούσε τίποτα μέσα της. Τσάκιζε με την ειλικρίνεια της. Πλησίαζε όλο τον κόσμο με την καλοσύνη της. Δινόταν με πάθος και τόλμη εκεί που φτερούγιζε η καρδιά της.
Ένα πράγμα δεν κατόρθωσε να κάνει ποτέ της. Να ελευθερώσει το «παιδί» που φώλιαζε μέσα της. Η χαμένη παιδικότητά της ούρλιαζε να βγει προς τα έξω.
Αυτό, το κατάλαβε πια το σημερινό βράδυ.
Έτσι, στέλνοντας ένα τρυφερό μήνυμα στην κόρη της, πήγε μπροστά στον καθρέφτη και είπε:
Στο χρωστάω αυτό εαυτέ μου. Συγνώμη για όλα. Θέλω να ζήσεις την κάθε σου στιγμή σαν να είναι η τελευταία σου».
Καθώς είπε αυτά τα λόγια, πήγε προς το κρεβάτι, ξάπλωσε και αποκοιμήθηκε με ένα γλυκό χαμόγελο στα χείλη της.
Από εδώ και πέρα δεν θα εμπόδιζε ποτέ ξανά τον εαυτό της.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Δέσποινα Τσαναξή
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB