Eφιάλτης

της Λίνας Κατσίκα

Σήμερα δεν ήθελε να πάρει το αυτοκίνητό της. Είχε διάθεση για περπάτημα. Έβαλε τα γυαλιά ηλίου της και βγήκε από το σπίτι. Κατέβαινε τα σκαλοπάτια και κάποια στιγμή κοντοστάθηκε και κοίταξε γύρω της. Απόρησε, λες και έβλεπε πρώτη φορά τη γειτονιά της. Συνέχισε να κατεβαίνει ώσπου βγήκε στο δρόμο. Η άλλοτε κεντρική οδός, της φάνηκε ένα δρομάκι που στένευε κιόλας σε κάποια σημεία του. Έστριψε στο πρώτο στενό δεξιά της. Δεν είχαν προορισμό τα βήματά της, απλώς προχωρούσε. Είχε ξαναπεράσει πολλές φορές από εκεί. Σήμερα όμως, όλα φάνταζαν διαφορετικά στα μάτια της. Πρωτόγνωρα. Τα σπίτια πιο ψηλά, τα δέντρα λες και δεν τα είχε ξαναδεί. Έστριψε σε άλλο στενό. Αριστερά αυτή τη φορά. Πάλι η ίδια αίσθηση του άγνωστου. Μα γιατί;

Έφτασε σ’ έναν πεζόδρομο. Ανάσανε. Τα παρτέρια με τα λουλούδια, σαν να της έφτιαξαν τη διάθεση. Την έκαναν να χαμογελάσει, αλλά για λίγο. Το άλλοτε στρωτό δάπεδο, της φάνηκε κακοτράχαλο με λακκούβες και πλάκες σπασμένες. Δεν τα είχε προσέξει τόσο καιρό. Συνάντησε ανθρώπους που τη χαιρέτησαν και της χαμογέλασαν. Συνειδητοποίησε πως έκανε κόπο να κάνει το ίδιο. Της φάνηκαν ωστόσο άγνωστοι, ψυχροί κι ας είχαν χαραγμένη στο πρόσωπό τους διάθεση καλή και ζεστή. Κάμποσα μαγαζιά τριγύρω, φαίνεται πως είχαν κλείσει από καιρό. Σκονισμένα τζάμια, βρώμικα δάπεδα, ερήμωση και μάλιστα μεγάλη. Κάθισε σ’ ένα παγκάκι,κλείνοντας για λίγο τα μάτια της. Τα γυαλιά ηλίου την προστάτευαν από περίεργους περαστικούς.

Άρχισε ν’ ανασκαλεύει στις αναμνήσεις της. Ξεφύλλιζε το βιβλίο, της μέχρι τώρα ζωής της και συγκεκριμένα το κεφάλαιο της διαμονής της σ’αυτό το μέρος. Γέλια, παρέες, βόλτες… Η ησυχία της γειτονιάς, οι «ζεστές» καλημέρες, οι ευγενικές χειραψίες, οι συζητήσεις. Σκέφτηκε, πως όλα αυτά έλειπαν καιρό από τη ζωή της. Μάλλον συνειδητοποίησε ότι υπήρχαν, αλλά η ίδια δεν αποτελούσε όπως παλιά μέρος τους. Και τότε αισθάνθηκε ένα βάρος να σφίγγει το στήθος της. Τα σπίτια σα να «ψήλωσαν» κρύβοντάς της τον ήλιο. Τα λιγοστά δεντράκια βρέθηκαν χωρίς φύλλα και τα λουλούδια μαράζωσαν μονομιάς. Το παγκάκι χάθηκε κάτω από τα πόδια της. Ένιωσε να βουλιάζει, καθώς το έδαφος ξαφνικά υποχωρούσε. Κόσμος περνούσε, μα δεν την κοίταζε. Έκανε να φωνάξει, αλλά δεν έβγαινε ήχος από το στόμα της. Πάλευε να κρατηθεί . Πιάνονταν από κλαδιά που έσπαγαν, ξύλα που βούλιαζαν μαζί της, πέτρες που μόλις τις άγγιζε γίνονταν άμμος και γλιστρούσε μέσα από τα χέρια της. Κι εκείνη πάλευε, αγωνιζόταν να κρατηθεί στην επιφάνεια, να μη χαθεί. Καμιά βοήθεια, καμιά ελπίδα…

Τινάχτηκε, μούσκεμα στον ιδρώτα. Ανάσαινε γρήγορα, κοφτά. Το μυαλό της αρνούνταν να συνεργαστεί. Βρισκόταν στο δωμάτιο. Στο κρεβάτι της; Μα πώς; Αφού βούλιαζε. Ένιωθε τα χέρια της να πονάνε ακόμη, από την πάλη που κατέβαλε να κρατηθεί στην επιφάνεια, να μη βυθιστεί, όταν το έδαφος χανόταν κάτω από τα πόδια της. Ώστε ήταν όνειρο! Ένας εφιάλτης! Τόσο ζωντανός όμως. Την τάραξε, την τρόμαξε. Ωστόσο κατάλαβε. «Δε με χωρά πια ο τόπος», ψιθύρισε στον εαυτό της, «δεν ανήκω πλέον εδώ… Είμαι ξένη… Ξένη!»

Ετικέτες: ,

Related Posts

Λίνα Κατσίκα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

51 shares

See You In FB