Δεν θα ‘θελα να χάσω εσένα

της Τζίας Διαμαντοπούλου

Βρεθήκαμε χθες. Πέρασα από το σπίτι, μου άνοιξε η μητέρα σου. Με συμπαθεί νομίζω. Σε είδα, πανέμορφη. Πανύψηλος λαιμός, μακριά σκουλαρίκια. Φορούσες πολλά κοσμήματα. Σε πήρα από το χέρι και ανταποδώσαμε χαμόγελα στη μητέρα σου, που στο κάτω-κάτω ίδιες είστε· αλλά θα στο πω πολλά χρόνια μετά. Είναι νωρίς ακόμα.
Μερικές στιγμές μετά, βρεθήκαμε έξω, λίγο πριν το αμαξάκι μας. Είχε πολύ ήλιο εκείνη την ημέρα. Σου φόρεσα το καπέλο μου και έμεινα με τα γυαλιά μονάχα. Δεν ήθελα να σε βλέπω σχεδόν βασανισμένη από το θερμό φως. Πολλές φορές με έλεγες φορτικό, αλλά λάτρευες το πόσο σε φρόντιζα και το ήξερα. Πόσο με ήθελες· το είχα σίγουρο.
Επιβιβαστήκαμε. Ανοίξαμε την οροφή και έβαλα μπρος. Θα πηγαίναμε μακριά κι ήθελα να διασκεδάσουμε. Είχες αφήσει τα μαλλιά σου ελεύθερα, να με σαγηνεύσεις. Σε κοίταξα, μαγεμένος. Χαμογέλασες που τα κατάφερες τόσο εύκολα. Η αχνή φωνή στο ράδιο μας τραγουδούσε μα ο Τζίμι (έτσι το λέγαμε το αμαξάκι) είχε αναπτύξει πολλά γκάζια και την εμπόδιζε. Μέχρι που μπήκε το αγαπημένο σου και τερμάτισες την ένταση και άρχισες να μου τραγουδάς με όλες τις αισθήσεις.

Αν κάποιος με ρωτούσε τι είναι ο έρωτας, θα του ‘λεγα ένα παιχνίδι. Δεν ξέρω τι θα ‘λεγε εκείνη. Αλλά είμαι σχεδόν σίγουρος το ίδιο. Τουλάχιστον ο δικός μας, αυτό ήταν κι έτσι επικράτησε. Από την αρχή, ένα εκστατικό παιχνίδι. Ένα ταξίδι, σαν αυτό που κάναμε τώρα. Ίσως η φλόγα του εφήμερου, του μη σοβαρού και μη αναμενόμενου μας φούντωνε… Τα πράγματα φαίνονται πιο ωραία στο σκοτάδι.
Μετά από ώρες κάναμε στάση. Απομακρυνθήκαμε λίγο από τον Τζίμι. Πήραμε μια τσάντα και προχωρήσαμε στα δέντρα. Καθίσαμε στην σκιά, στα δροσερά χόρτα. Έβγαλα το σεντόνι· τις κούπες, τον καφέ, κουτάλι και πιρούνι. Κι ύστερα τα αυγά, τις φρυγανιές και το τσουρέκι. Είχαμε αρχίσει να γκρινιάζουμε από την πείνα και είπαμε να ξοδέψουμε λίγο χρόνο στο πρόχειρο φαγητό. Κρατούσαμε λεφτά για το τριήμερο.
Αφού φάγαμε, ανάψανε τα αίματα. Πασαλειμμένοι στα μούτρα με μαρμελάδες και σοκολάτα στα δάχτυλα, αρχίσαμε μια παραληρητική ανταλλαγή φιλιών και αγγιγμάτων. Τα μάτια μας μισόκλειστα συμμετείχαν στις πράξεις που όσο πήγαιναν και προχωρούσαν και εξελίσσονταν σε έξαρση ερωτική. Πιο μανιασμένος φαινόμουν εγώ ή έστω, έτσι ένιωθα, ένα βαθύ πόθο να σφίξω το δέρμα σου με τις παλάμες μου. Έπειτα τα χείλη μου, είχαν κι αυτά ανάγκη από τη μυρωδιά σου και, φεύγοντας από τα δικά σου, κατέβηκαν σαν να έλκονταν από μαγνήτη, στους λεπτούς ώμους σου. Σαν ένας εν γένει φιλήδονος εραστής, σημάδευα το δέρμα σου, που ήθελα τόσο να γίνει κεκτημένο μου, για άλλη μια φορά. Όλες αυτές οι αισθησιακές ιδέες και φαντασιώσεις αποχώρησαν όταν αντίκρισα δυο ψηλόλιγνους να κατευθύνονται στο μέρος μας.

Μόλις σταμάτησα και συνήλθες και εσύ η ίδια από τις παιχνιδιάρικες πράξεις μας, γύρισες προς το μέρος τους και έπειτα πάλι προς το δικό μου. Τα μάτια σου άρχισαν να βγάζουν σπίθες, μαρτυρούσαν πολύ δυνατά τις σκέψεις και τους φόβους σου. Οι προθέσεις τους φάνηκαν και στους δυο μας οι ίδιες. Φαινόντουσαν βρώμικοι, με πονηρά βλέμματα, όπως συναντάς στους ηδονοβλεψίες. Ευτυχώς γρήγορα θύμωσα και ενήργησα όπως το αρσενικό που νωρίτερα ήθελε να σε κατακτήσει. Θέλησα να δείξω σε αυτούς τους νταήδες, τον αποφασισμένο και συνάμα θυμωμένο ανδρισμό μου. Καθώς πλησίασαν πλέον αρκετά, σφίγγοντας τα δόντια τους – τα φανερά από τα γέλια τους – σε έσπρωξα στο πλάι και σήκωσα το σεντόνι από τις δυο άκρες του. Οι λεπτοί τους αστράγαλοι τους σκόνταψαν πάνω του· σύντομα λύγισαν και τα γόνατα. Τα σώματά τους κατέρρεαν, τα πρόσωπά τους ξαφνιάζονταν. Ο ένας φάνηκε να θυμώνει, ο άλλος παρέμενε κάπως χαμένος, κοιτώντας στα χόρτα. Τους έδωσα το ξύλο της χρονιάς τους.
Όλο αυτό τελείωσε πολύ γρήγορα και αμέσως σε πήρα και τρέξαμε προς το αμάξι, χωρίς την τσάντα αυτή τη φορά. Δεν σε είχα δει ποτέ με το στόμα ανοιχτό και κοκαλωμένο για τόσα λεπτά. Δεν είχα δει τα μάτια σου να κοιτάνε παντού και πουθενά. Ήσουν πολύ φοβισμένη. Ήσουν το απαράμιλλα όμορφο, γλυκό κορίτσι μου. Η ορμή του αέρα στη διαδρομή και τα χάδια σου, μπόρεσαν με την ώρα και με ηρέμησαν.

Ναι, υπήρξα πολύ θυμωμένος. Δεν είχαν το δικαίωμα να σε κάνουν να ντρέπεσαι και να αγωνιάς. Ήμουν θυμωμένος που υπάρχουν τέτοιοι τιποτένιοι! Με είχε παρασύρει η ιδέα και δεν έλεγε να με αφήσει, ότι ο έρωτάς μου για εσένα δεν χωράει σε κανένα παιχνίδι. Υποβλήθηκα στο φόβο, ότι ίσως και να σε έχανα. Ίσως και να σε χάσω. Αυτές τις τρεις ημέρες, σε κοιτάζω με μια λατρεία, που πιστεύω πως σε κάνει να νιώθεις πιο σίγουρη από ‘μένα. Μάλλον με κερδίζεις σε αυτό το παιχνίδι. Μάλλον σε λάτρεψα. Κι αν με ρωτήσει κανείς τι είναι πιο σημαντικό στον έρωτα θα ‘λεγα πως… «δεν θα ‘θελα να χάσω εσένα».

Ετικέτες: ,

Related Posts

Τζία Διαμαντοπούλου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

58 shares

See You In FB