Δε νυχτώνει πια

της Ράνιας

Κλείσε τα παράθυρα.
Δε νυχτώνει πια.
Δε νυχτώνει πια έξω από τα πατζούρια μας.
Ούτε η σκόνη χορεύει πια στις μωβ ακτίνες από τις λάμπες μέσα μας.
Καμιά σταγόνα δεν πέφτει πια από τους λαίμαργους τοίχους. Κι όμως εμείς επιπλέουμε.
Κι όμως είμαστε ολότελα βρεγμένοι πάνω από τα πανωφόρια μας.
Κι όμως συνδεόμαστε με κόκκινα ηλεκτροφόρα καλώδια, που θυμίζουν φυλακές, και περιμένουμε την βροχή.
Κι όμως μου έλειψες.
Η βροχή καθόλου.
Βγήκα έξω να πάρω αέρα.
Το σώμα μου και η πάλη των σταγόνων, που μάχονταν με τον λίβα, δημιούργησαν μια ατμόσφαιρα μεστή και ήθελα να σηκωθώ στις μύτες μου να πετάξω μακριά. Να μην θυμάμαι άρρωστα πρόσωπα. Ήθελα να ξεσπάσω πια. Ήθελα.
Το πρωί με βρήκε σε ένα παγκάκι απέναντι από το σπίτι μου. Με ένα εξεταστικό φως, έναν μεθυσμένο να έχει γείρει κοιμισμένος και μένα ακόμη μέσα στις λινές ριγέ μου μπιτζάμες. Το μόνο που έμεινε εκείνη την ημέρα ήταν η μυρωδιά του νερού επάνω μου.

Αυτού που δεν σε θυμίζει πότε.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Ράνια
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

44 shares

See You In FB