Casa Bianca – μια πολυτελής έπαυλη κι ένα ρομαντικό ειδύλλιο

της Χάιντι Μπαλιάτσου

Σε κάθε γειτονιά της Θεσσαλονίκης παρατηρούμε να στέκονται επιβλητικά παλιά αρχοντικά και νεοκλασικά κτήρια, μερικά εγκαταλελειμμένα και άλλα διατηρητέα, τα οποία – μέσα από την αρχιτεκτονική τους – μαρτυρούν τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα μιας πόλης με σεβασμό στην ιστορία της. Οι περισσότεροι Θεσσαλονικείς γνωρίζουμε ελάχιστα για τα κτίσματα αυτά και την ιστορία που κρύβεται μέσα στις όμορφες αυλές και τους χαρακτηριστικούς, ψηλούς τοίχους. Η Casa Bianca είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά αρχοντικά, στη συμβολή των οδών Βασ. Όλγας και Θεμιστοκλή Σοφούλη, που το όνομά της συνδέεται με μια ιδιαίτερη, για τα δεδομένα της εποχής της, ιστορία αγάπης που μας κίνησε το ενδιαφέρον και θελήσαμε να μάθουμε περισσότερα.

Πρόκειται για μια πολυτελή κατοικία, στην ανατολική πλευρά της πόλης (που τότε ονομάζονταν περιοχή των Εξοχών ή συνοικία των Πύργων), η οποία ανήκε στην εβραϊκή οικογένεια, ιταλικής καταγωγής, Fernadez και χτίστηκε μεταξύ 1911-1913 με σχέδια του Ιταλού μηχανικού Piero Arrigoni ως δώρο του πλούσιου επιχειρηματία (βιομήχανος και εμπορικός αντιπρόσωπος) Dino Fernadez-Diaz στην αγαπημένη του Ελβετίδα Blanche ή Bianca de Mayer για το γάμο τους. Οι δυο τους απέκτησαν τρία παιδιά, Aline, Nina και Rierre και έζησαν μια πλούσια και κοσμική ζωή με λαμπρές δεξιώσεις και προσκεκλημένους τους επιφανείς πολίτες της Θεσσαλονίκης, τραπεζίτες, πολιτικούς και εμπόρους, όπως η οικογένεια Modiano, ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος και ο βασιλιάς Γεώργιος Α’.

Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το όνομα της οικογένειας Fernadez άρχισε να γίνεται θέμα συζήτησης στα «πηγαδάκια» της πόλης, εξαιτίας του ειδυλλίου της κόρης τους Aline, με τον ανθυπολοχαγό της έβδομης μεραρχίας του ελληνικού στρατού Σπύρο Αλιμπέρτη. Ο δεσμός των δύο νέων θεωρήθηκε απαγορευμένος από τη συντηρητική κοινωνία, φυσικά και την οικογένεια της Aline, καθώς η τελευταία ήταν Εβραία και ο Αλιμπέρτης καθολικός. Ενώ, λοιπόν, όλοι προσπαθούσαν να κρατήσουν μακριά τον έναν από τον άλλο, ένα πρωί η τοπική εφημερίδα “To Φως” στο φύλλο που κυκλοφόρησε την 8Η Μαρτίου 1914 αναφέρει πως:
««…Η δεσποινίς Αλίν εξήλθε προχθές την πρωίαν εκ του εν τη συνοικία Ντεπώ πατρικού της μεγάρου επί τη προφάσει ότι, όπως συνήθως, θα μετέβαινεν εις φιλικήν γειτονικήν οικογένειαν. Αλλ΄αντί να μεταβή εις την εν λόγω φιλικήν οικογένειαν κατήλθεν εις την πλατείαν της Ελευθερίας όπου συνήντησε τον εκλεκτόν της καρδίας της ως είχον συμφωνήσει. Και το τρυφερόν ζεύγος ολοταχώς διηυθύνθη εις την αποβάθραν και επέβη του κατά την στιγμήν εκείνην αναχωρούντος δια Χαλκίδα ατμοπλοίου Γιαννουλάτου ‘Ερυσσός’…».

Μετά την εγκατάστασή τους στην Αθήνα η Aline βαφτίστηκε χριστιανή, καθολική και τελέστηκε ο γάμος τους την άνοιξη του 1914, οπότε και διέμεναν σε ένα σπίτι κοντά στην Ακρόπολη για σύντομο χρονικό διάστημα, αφού εν τέλει η οικογένεια Fernadez αποδέχτηκε το γάμο τους και ζήτησε από το ζευγάρι να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη. Έπειτα από την επιστροφή στην πόλη, οι δυο τους έμεναν στην έπαυλη (Casa Bianca).

Το 1941 η Casa Bianca επιτάχθηκε από τους Ιταλούς και ο πρώτος όροφος χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία του Ιταλού προξένου, ενώ αργότερα πέρασε στα χέρια των Γερμανών κατακτητών. Όταν ξεκίνησαν οι διωγμοί των Εβραίων το ζεύγος Αλιμπέρτη αναγκάστηκε να κρυφτεί, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας Fernadez που είχαν διαφύγει στην Ιταλία μαζί με άλλους διωγμένους εβραίους πολίτες, εντοπίστηκαν και εκτελέστηκαν από άνδρες των SS.

Έπειτα από χρόνια, τη δεκαετία του 1960 και ενώ το ζευγάρι επέστρεψε και αντίκρισε τις εκτεταμένες φθορές της έπαυλης, για ένα χρονικό διάστημα – παράλληλα με τη διαμονή του ζεύγους στο ισόγειο – λειτούργησε στον επάνω όροφο νηπιαγωγείο και δημοτικό σχολείο. Το ζευγάρι, που τάραξε με την ιστορία αγάπης τους μια ολόκληρη κοινωνία και ξεπέρασε τις στερεοτυπικές αντιλήψεις της εποχής τους, έφυγε από τη ζωή λίγα χρόνια αργότερα με μικρή διαφορά ο ένας από τον άλλο.

Το 1976 το κτήριο χαρακτηρίστηκε διατηρητέο, ενώ στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν έλειψαν οι παράνομες ενέργειες αφαίρεσης σημαντικών τμημάτων του, όπως τα πατώματα και τα ξυλόγλυπτα των πορτών και των κουφωμάτων. Επιπλέον, κάποια στιγμή έφτασαν μέχρι και στο σημείο να αφαιρέσουν τα δοκάρια, γεγονός που οδήγησε στην κατάρρευση των ορόφων. Τελικά οι εργασίες αναστήλωσης έγιναν την τριετία 1994-1997 και η Casa Bianca απέκτησε την πρότερη όψη της, με το χαρακτηριστικό συνδυασμό διαφορετικών αρχιτεκτονικών ρυθμών (ρεύμα του εκλεκτικισμού) που επικρατούσε στην κατασκευή των κτηρίων της Θεσσαλονίκης στα τέλη του 19ου – αρχές του 20ου αιώνα. Από το 2014 στο χώρο στεγάζεται η Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης, με περισσότερα από 1.000 έργα τέχνης και πολλές ενδιαφέρουσες συλλογές που αξίζουν την προσοχή μας.

Ετικέτες: , ,

Related Posts

Χάιντι Μπαλιάτσου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB