Αυτοπραγμάτωση

της Τζίας Διαμαντοπούλου

Δεν ήταν δεδομένο ότι θα υπάρξω. Κι όμως υπάρχω στον κόσμο αυτό, μαζί με πολλούς άλλους ανθρώπους. Τους πιο πολλούς δεν τους γνωρίζω. Μπορεί τα χρόνια, που περνάω εδώ, να μην τους δω ποτέ. Συναντάω όμως αρκετούς αγνώστους κάθε μέρα κι αυτό με ικανοποιεί. Οντότητες, που η κάθε μία ξεχωρίζει στα μάτια μου. Δε γνωριζόμαστε, κάτι που με καθιστά άγνωστο στους ίδιους και, ίσως και αδιάφορο ξένο, που, για κάποιες στιγμές, περνάει από δίπλα τους.

Μου αρέσει να πλάθω ιστορίες για μερικούς, όταν γυρνάω σπίτι. Δανείζω ζωές, σε όσους μου συγκράτησαν το ενδιαφέρον ως το τέλος μιας δύσκολης μέρας. Χτίζω δικές μου ιστορίες, τις διανθίζω, από τα ερεθίσματα που έλαβα μόλις τους αντίκρισα. Τον λόγο δεν τον αντιλαμβάνομαι απόλυτα. Με απλοϊκή σκέψη έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως πρόκειται για την ανάγκη να γνωρίσω Εμένα. Επιθυμία για αυτοπραγμάτωση.

Να, που με την πάροδο του χρόνου έφτασα να κάνω αυτή την προσπάθεια να μάθω τον εαυτό μου και, σίγουρα, δεν είμαι ο μόνος. Άτομα με τα οποία οι σκέψεις μας διασταυρώθηκαν, μου παραδέχτηκαν και εκείνοι την αναζήτηση που κάνουν. Ομολογούν οι ίδιοι αλλά και τα σχετικά κείμενα που έχω διαβάσει πως ο δρόμος δεν είναι εύκολος και δεν έχει υπάρξει μία παρθένα οδός.

Μάλλον το πιο σημαντικό, είναι να αρχίσεις την προσπάθεια κι έπειτα να χαράξεις το δικό σου μονοπάτι. Εγώ φαντάζομαι μία απέραντη αμμουδιά στην οποία χαράσσω με ένα κλαδί μία λεπτή γραμμή. Μιλώ για μία χαρακιά που ορίζω χωρίς να ξέρω πού με οδηγεί και αν πράγματι οδηγεί κάπου. Υπήρξαν άνθρωποι που αφιέρωσαν τα χρόνια τους για κάποια Ιδέα. Πέρασαν επιφανείς φιλόσοφοι για να διατυπώσουν τα λακωνικά τους συμπεράσματα, ύστερα από χρόνια παρατήρησης. Γεννήθηκαν μερικοί άγνωστοι που απέκτησαν κάποια σοφία και τη χάρισαν στους νεότερους. Κι εγώ ένας ανώνυμος είμαι.

Υποκινούμαι λοιπόν από κάποια εσωτερική δύναμη, από ένα δαιμόνιο που με καθοδηγεί. Πάσχω από φιλοσοφικές, ενδότερες, συζητήσεις με τη συνείδησή μου. Μοιράζομαι μαζί της κάποιες σκέψεις, καθότι ανήσυχος και δημιουργικός. Ό,τι γράφω σε αυτό το χαρτί το κάνω για ‘μένα και δεν υπόσχομαι ότι αργότερα δεν θα το κάψω. Μια φλόγα -απροσδιόριστης φύσεως, κάτι σαν καυτός αέρας- με τύλιξε σήμερα και με αποπροσανατόλισε.

Θέλω να χαθώ, πάνω στο φύλλο αυτό -το λεκιασμένο από καφέ- να ξεσπάσω με μια πένα. Σε άλλους θα φαινόταν γελοίο και άκαιρο. Μα αν εγώ πρώτα δε λυτρώσω τον εαυτό μου, τότε ποιος θα το κάνει για χάρη μου; Ο καθρέφτης πριν από λίγο μου απάντησε κανένας. Και κατέληξα στο σαλόνι, σε μια απ ‘τις καρέκλες της τραπεζαρίας, να ξεπουλάω. Κι αν γράφω, κι αν μιλάω, τίποτα δε λέω σε κανέναν. Και οι άλλοι, οι πολλοί, ίσως να καταλαβαίνουν.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Τζία Διαμαντοπούλου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

46 shares

See You In FB