Άτιτλος

της Μαίρης Τσιόικα

Ξυπνούσε, έπινε καφέ, έτρωγε μια φρυγανιά με βούτυρο, ύστερα έτρεχε τουαλέτα, γυρνούσε πάλι αργότερα στην κουζίνα, για να εφοδιάσει την τσάντα του με λιχουδιές κι ύστερα πήγαινε στο δωμάτιο, να βγάλει την πιζάμα για να βάλει ένα τζιν γαλάζιο και μια φούτερ με μία απροσδιόριστη στάμπα επάνω, μετά παπούτσια αθλητικά, αποσμητικό βαρύ αντρικό, μαύρα γυαλιά, τσάντα στον ώμο, κλειδιά στο χέρι και έφευγε. Βήματα σταθερά, τεντωμένες πλάτες και πάφα πούφα το τσιγάρο. Το πρωινό περπάτημα τις τελευταίες μέρες, που είχε το αμάξι στο συνεργείο, το βαριόταν άλλο πράγμα.

Τύπος ανθυγιεινός με μια κοιλούμπα ίσα με το μπόι του, πέντε βήματα και στάση. «Άλλα δυο τετράγωνα και έφτασες μάγκα. Τελευταία μέρα σήμερα, αύριο με το αμαξάκι σου. Θα μου πεις εδώ μπορεί η χοντρή η φουρνού να πηγαίνει στην δουλειά κάθε πρωί με τα πόδια, για ‘σένα είναι παιχνιδάκι αγόρι μου!». Πετάει το τσιγάρο στο δρόμο, ανοίγει την τσάντα, βγάζει ένα κρουασάν, ρίχνει κάτω στο δρόμο το περιτύλιγμα. «Θα το φάω τώρα, τι να σου κάνει μια φρυγανιά» . Ένας σκύλος αδέσποτος πλησιάζει, φαίνεται πως λιμπίστηκε το αφράτο κρουασάν. Τον κοιτάει αγριεμένος: «Ουστ κοπρόσκυλο, φύγε από δω ρε βρωμιάρη. Θες μια φόλα περιποιημένη, όχι κρουασάν». Κλοτσά το κοκαλιάρικο σκυλί και γεμάτος περηφάνια, συνεχίζει την διαδρομή του.

Καταπίνει τις τελευταίες μπουκιές σχεδόν αμάσητες, ανάβει ένα ακόμη τσιγάρο πάφα πούφα. Το τελειώνει, το πετά κι αυτό στο δρόμο. Έπειτα φτάνει στην δουλειά, παίρνει το ασανσέρ, φτάνει στο γραφείο, απλώνει ποδάρες, ανοίγει υπολογιστή, είσοδος στο facebook, τάχα πως δουλεύει. «Δες εδώ τι λέει θα τρελαθώ, φωτογράφος αποθανατίζει ερωτευμένα ομοφυλόφιλα ζευγάρια, πάει ο κόσμος χάλασε Νίκο, που είσαι πατέρα να δεις κατάντια, αντί να τους πάμε για ψυχανάλυση τους κάνουμε και πορτραίτο, γελοία κοινωνία που κατάντησες;» Αφήνει κάτω από το ποστ, ένα περιποιημένο καυστικό σχόλιο γεμάτος ικανοποίηση. Το τηλέφωνο του γραφείου χτυπά, το σηκώνει, κάποιος πελάτης στην γραμμή, του μιλά με αγένεια, δήθεν πως δούλευε και τον διέκοψε για ανούσιες διευκρινήσεις. Κλείνει το τηλέφωνο, ανάβει τσιγάρο πάφα πούφα, ανοίγει το παράθυρο το πετά, μπροστά του ένα τασάκι άδειο.

Οι ώρες περνούν, απενεργοποιεί υπολογιστή, φεύγει από το γραφείο, παίρνει ταξί, επιστρέφει σπίτι κουρασμένος. Ζει μόνος, με αφανή συγκάτοικο μια τηλεόραση τελευταίας τεχνολογίας. Πετάει την τσάντα στο πάτωμα, χύνεται σαν τσουβάλι στον καναπέ, απλώνει ποδάρες, ανοίγει τηλεόραση. Λίγο αργότερα το κουδούνι χτυπά, το παιδί από την πιτσαρία της γειτονιάς βρίσκεται πίσω απ’ την κλειστή πόρτα, του ανοίγει. Θα του άφηνε πουρμπουάρ μα βλέπεις είναι ξένος και δεν τους χωνεύει πολύ, ειδικά τώρα με την κρίση. Πληρώνει γρήγορα, τρώει το πρώτο κομμάτι λαίμαργα στη διαδρομή, επιστρέφει στον καναπέ, βάζει ειδήσεις κι αρχίζει το ακαταλόγιστο, βρισιές, ειρωνείες.

Η τηλεόραση στέκεται απέναντι, συνεχίζει να προβάλει κανονικά, ο Νίκος ακόμη αραχτός στον καναπέ μιλά έντονα. Η τηλεόραση φαίνεται πως δεν τον ακούει, δεν απαντά, συνεχίζει το πρόγραμμά της, μέχρι ο Νίκος να το βουλώσει, να την κλείσει εκνευρισμένος, να πέσει για ύπνο και να σταματήσει να σκέφτεται.

Τέλος ηρεμία.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαίρη Τσιόικα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

19 shares

See You In FB