Ας είναι

της Μαίρης Τσιόικα 

Το στομάχι κόμπος, το χέρι τρεμοπαίζει, βαθιές ανάσες νευρικότητας και ο ηλεκτρονικός υπολογιστής απέναντι, να τον κοιτάζει προσμένοντας μερικά κλικ. Ανοίγει με ανυπομονησία το e-mail του, ίσως να έχει φτάσει μια απάντηση, μία ευκαιρία γι’ αυτόν. Τζίφος, τίποτα το mail είναι τόσο κενό όσο και η προϋπηρεσία του. Ακούς εκεί μηδενική, υπάρχει λέξη πιο εξευτελιστική από αυτήν; Να έχεις τελειώσει στο Πανεπιστήμιο το προπτυχιακό, δύο μεταπτυχιακά και ένα διδακτορικό και η κοινωνία η ίδια να σε θεωρεί ανειδίκευτο, γιατί τόσα χρόνια ασχολήθηκες με τις σπουδές σου και δε δέχτηκες έναν εξευτελιστικό μισθό για το χατίρι μιας προϋπηρεσίας και έρχεται εκείνη η ώρα που με χαρά πιάνεις τον υπολογιστή να γράψεις ένα βιογραφικό, που με κόπο στόλισες τόσα χρόνια, ώσπου συνειδητοποιείς πως όλα ήταν για την ψυχή της μάνας σου και ίσως είχαν αξία σε έναν κόσμο ιδανικά πλασμένο χωρίς ρουσφέτια, γλείψιμο και μπάρμπα, άλλα σίγουρα όχι σε αυτόν εδώ που ζεις.

Ανάβει τσιγάρο και κοιτά ξανά το λαμπρό βιογραφικό, ίσως κάτι του ξέφυγε, ίσως πρέπει να προσθέσει κάτι ακόμη, μια σάλτσα ή ακόμη καλύτερα μια πίτα με γύρο απ’ όλα και με τζατζίκι βεβαίως βεβαίως. Το «τζατζίκι» είναι σαν να λέμε ότι στα δέκα του ήταν μέλος εθελοντικής ομάδας για την προστασία του περιβάλλοντος και στα δώδεκα κέρδισε έναν μαθηματικό διαγωνισμό. Τον πιάνουν τα γέλια. «Κουραφέξαλα», τολμά να ξεστομίσει. Καλά όλα αυτά, αλλά τίποτα δεν είναι αρκετό πλέον.

Σβήνει το τσιγάρο, προτού καλά-καλά προλάβει να το βάλει στο στόμα. Το βαρέθηκε κι αυτό. Μάλλον όχι, η σωστή λέξη είναι πως το σιχάθηκε. Παίρνει το βρωμερό κουτί και το πετά στα σκουπίδια, κάθεται ξανά στην καρέκλα αναπαυτικά, τα μάτια του συναντούν την φωτεινή οθόνη του υπολογιστή, το βιογραφικό του κλείνει το μάτι. Με μιας τον κλείνει. Για λίγα λεπτά κοιτά τον τοίχο μπροστά του. Τον έβαψε πριν ένα χρόνο λευκό, τάχα το φενγκ σουι υποστηρίζει, πως το λευκό χρώμα προσδίδει περισσότερη ηρεμία στον προσωπικό χώρο του καθενός, αν έχεις όμως άγχη και σκοτούρες στο κεφάλι σου αυτά είναι ψηλά γράμματα. Δίχως δεύτερη σκέψη ανοίγει ξανά τον υπολογιστή, τοποθετεί μια νέα πιο καλαίσθητη φωτογραφία στο βιογραφικό του και το στέλνει σε όλες τις αγγελίες. Σηκώνεται βγάζει από τα σκουπίδια τα τσιγάρα και ανάβει ένα μπροστά στο παράθυρο. Ο ήλιος δύει μαζί με κάθε ελπίδα για το μέλλον. «Ας είναι», μονολογεί.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαίρη Τσιόικα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

41 shares

See You In FB