Αράχνη (Μέρος δεύτερο)

της Κατερίνας Αποστολίδου

Στάθηκε σε ένα περίπτερο να αγοράσει τσιγάρα και εφημερίδες. Κοίταξε την ημερομηνία. Σάββατο 18 Οκτωβρίου. Κοντεύει να περάσει κι ο Οκτώβρης. Πολύ ήθελε να έρθει ο χειμώνας. Της άρεσε το κρύο, το ζεστό της κρεβάτι και το χιόνι στο μπαλκόνι. Τα μακριά κασκόλ, τα απαλά γάντια. Ο καυτός καφές και τα θολά τζάμια.

Ξαφνικά ένιωσε άγχος. 18 Οκτωβρίου. Έπρεπε να είχε αδιαθετήσει στις αρχές του μήνα. Τα πόδια της κόλλησαν στο πεζοδρόμιο. Ακούμπησε το χέρι στην κοιλιά της. Σε κλάσματα δευτερολέπτου ήταν σίγουρη πως ήταν έγκυος. Κάτι αισθάνθηκε βαθιά μέσα της. Μπορούσε να το νιώσει καθαρά, κάτι που δεν ήταν εκεί πριν.

Ούτε κατάλαβε πώς έφτασε στο σπίτι. Τα πόδια της πήραν μόνα τους τη γνώριμη διαδρομή. Όμως τίποτα δεν ήταν ίδιο. Το μυαλό της ήταν στην κοιλιά της. Η καρδιά της έμοιαζε να χτυπάει από εκεί. Κάθε σκέψη, κάθε συναίσθημα ξεκινούσε από εκεί. Έβλεπε μέσα της. Έβλεπε μια κόκκινη φωτιά που είχε μόλις ανάψει.

Άφησε τις εφημερίδες στο τραπέζι και κάθισε στο κρεβάτι. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα, δεν άκουγε τίποτα. Μόνο το χτύπο της καρδιάς μέσα της. Μιας καρδιάς που δεν ήξερε πια αν ήταν η δική της.

Το μυαλό της πήγε σε παιδικά ρούχα, παιδικά έπιπλα, παιδικές λέξεις και τη μυρωδιά που έχει το σώμα των μωρών. Δεν είχε καμιά ιδιαίτερη αγάπη για τα παιδιά. Την τρόμαζαν μάλλον, καθώς ήταν ένα γεγονός αμετάκλητο η γέννηση κάποιου. «Όταν γίνεις γονιός, είσαι πάντα γονιός», έλεγε η μάνα της κι εκείνη γελούσε.

Κοίταξε την αράχνη της, αλλά κι εκείνη έμοιαζε αμήχανη, φοβισμένη. Είχε μαζευτεί στη γωνιά και περίμενε. Ίσως ένιωθε τον κίνδυνο. Ως τώρα δεν είχε περάσει από το μυαλό της πως έπρεπε να πάρει μια απόφαση.

Έπιασε τον κατάλογο με τα τηλέφωνα και βρήκε τον αριθμό του γυναικολόγου. Κατάφερε να κλείσει ένα ραντεβού για τη Δευτέρα και κοίταξε το ρολόι. Έπρεπε κάπως να περιμένει σχεδόν πενήντα ώρες. Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στη μάνα της, αλλά μετάνιωσε. Δεν ήξερε τι να της πει.

Ξάπλωσε ξανά στο κρεβάτι. Η αράχνη της ακόμα ακίνητη, ζαρωμένη στη γωνία. Προσπάθησε να σκεφτεί πότε της είχε συμβεί αυτό. Με τα πολλά κατέληξε στη σωστή ημερομηνία. Πριν τέσσερις εβδομάδες. Ήταν την ίδια περίοδο που στο σπίτι της είχε έρθει απρόσκλητη αυτή η αράχνη.

Δεν ένιωσε θυμό. Όλα είχαν μια λογική, ένα λόγο που γίνονταν. Ίσως η αράχνη ήρθε για να την προετοιμάσει να δεχτεί κι αυτόν τον απρόσκλητο επισκέπτη. Έκλεισε τα μάτια και συγκέντρωσε όλη της την προσοχή στην ανάσα της. στην ανάσα της και στους χτύπους της καρδιάς.

Όταν ξύπνησε ήταν πάλι πρωί. Κυριακή. Ο καιρός ήταν καλός, μπορούσε να δει τον ουρανό γαλάζιο και ασυννέφιαστο. Προσπάθησε να θυμηθεί τι ονειρεύτηκε, αλλά δεν μπόρεσε. Κοίταξε το ταβάνι. Η αράχνη δεν ήταν πια εκεί. Ο ιστός στη θέση του, μα άδειος.

Ταράχτηκε. Σηκώθηκε και τίναξε τα ρούχα της, τα σκεπάσματα. Ούτε εκεί ήταν. Μπορεί να πέθανε, σκέφτηκε.

Έφτιαξε κάτι να φάει και προσπάθησε να διαβάσει τις εφημερίδες. Δεν μπορούσε. Πρώτη φορά ένιωσε να πνίγεται στους τοίχους του σπιτιού της. Έβγαλε το τηλέφωνο από την πρίζα. Άρχισε να τακτοποιεί την ντουλάπα της. Κοίταξε τα ρούχα της. «Νέο κορίτσι και ντύνεσαι στα μαύρα, λες και έχεις πένθος», έλεγε η μάνα της. Ίσως τελικά αυτός να ήταν ο λόγος.

Ήρθε η νύχτα. Ήταν η πρώτη φορά που ευχήθηκε να την πάρει ο ύπνος από νωρίς. Μα ήταν αδύνατον. Έπιασε το μπλοκ της και άρχισε να ζωγραφίζει έμβρυα. Έμβρυα που επέπλεαν στη μήτρα σαν νεκρά ψάρια. Έμβρυα που πνίγονταν από τον ομφάλιο λώρο τους. Γκρι έμβρυα, φτιαγμένα από χαρτί και κάρβουνο.

Γέμισε το μπλοκ. Ανέβηκε στην καρέκλα και άρχισε να ζωγραφίζει στον τοίχο. Στην γωνία πάνω από το κρεβάτι της έφτιαξε μια τεράστια μήτρα. Και στη μέση αντί για μωρό, ένας μεγάλος ιστός. Η αράχνη ήταν ακόμα άφαντη. Έπεσε στο κρεβάτι και έκλαψε, ώσπου αποκοιμήθηκε.

Το ξυπνητήρι χτύπησε τα χαράματα. Ντύθηκε μηχανικά. Δεν έπρεπε να καπνίσει, ούτε να πιει καφέ. Έφτασε στην κλινική με το μυαλό της άδειο. Ούτε μια σκέψη. Τίποτα δεν έβλεπε γύρω της. Τίποτα δεν τυπωνόταν στη μνήμη της. Ήταν σίγουρη πως την επόμενη μέρα δε θα μπορούσε να θυμηθεί το παραμικρό.

Η επέμβαση κράτησε λιγότερο από είκοσι λεπτά. Σαν να είχε αποκοιμηθεί ανάμεσα σε δυο στάσεις ενός λεωφορείου. Μίλησε για λίγο με το γιατρό, της είπε τι έπρεπε να κάνει. Βγήκε ακριβώς όπως είχε μπει. Άδεια.

Γύρισε στο σπίτι μετά από μια μικρή βόλτα. Είχε λιακάδα πάλι. Όλα κινούνταν όπως πριν. Άνθρωποι μπαινόβγαιναν στα λεωφορεία, αυτοκίνητα σταματημένα στα φανάρια. Δεν άντεχε όμως να κοιτάζει τους περαστικούς. Φοβόταν μήπως της μιλήσουν, μήπως καταλάβουν.

Άφησε τα κλειδιά στο τραπεζάκι. Ένιωσε ζαλάδα και ξάπλωσε. Η αράχνη είχε ξαναγυρίσει στον ιστό. Κουνιόταν ανεπαίσθητα στη γωνιά της. Ξαφνικά τη μίσησε. Σαν εκείνη να έφταιγε για όλα. Πήρε τη σκούπα και την έλιωσε. Ένας μικρός κόκκινος λεκές στη μέση της γκρίζας μήτρας.

Βγήκε στο μπαλκόνι. Της χρειαζόταν αέρας. Γελούσε και έκλαιγε. Ένιωθε ξέγνοιαστη κι ανάλαφρη. Δεν είχε μετανιώσει. Αυτό τουλάχιστον σκεφτόταν την ώρα που το πρόσωπό της άγγιζε το πεζοδρόμιο. 

Το πρώτο μέρος

Ετικέτες: , ,

Related Posts

Κατερίνα Αποστολίδου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

46 shares

See You In FB