Αράχνη (Μέρος πρώτο)

της Κατερίνας Αποστολίδου

Στη γωνία του δωματίου της, ακριβώς πάνω από το κρεβάτι, βρίσκεται ένα τεράστιο δίχτυ αράχνης. Καλύπτει όλη τη γωνία και κουνιέται ελαφρά με τον αέρα που μπαίνει από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Το είχε δει πριν μερικές εβδομάδες, αλλά δεν το σκούπισε τότε και αργότερα το ξέχασε. Τώρα το έχει συνηθίσει και δεν την ενοχλεί πια. Το κοιτάζει κάθε φορά που πέφτει στο κρεβάτι και νιώθει πως τα πάντα είναι στη θέση τους. 

Το σπίτι της είναι μικρό. Ένα δωμάτιο με κόκκινους τοίχους και χρωματιστά έπιπλα στον τελευταίο όροφο μια παλιάς πολυκατοικίας.  Το νιώθει πολύ δικό της, γιατί καθετί εκεί μέσα έχει τη σφραγίδα της. Μόνη της είχε βάψει τα έπιπλα, τους τοίχους. Μόνη της είχε φτιάξει τις ζωγραφιές και τα πήλινα κρεμαστά που τους διακοσμούσαν. Εκείνη είχε μαζέψει το κάθε κοχύλι που γέμιζε το χαμηλό τραπεζάκι. Εκείνη είχε περάσει ώρες στις παραλίες μαζεύοντας τα ξύλα που ξέβραζε η θάλασσα. Εκείνη είχε περάσει ακόμα περισσότερες ώρες βάζοντάς τα σε μικρά καλάθια, έτσι που τίποτα να μην είναι παράταιρο. 

Ένα δωμάτιο που χωρούσε όλα τα όνειρα και τα άγχη της, όλη της τη ζωή.  Δεν ήταν άλλωστε καμιά μεγαλειώδης ζωή. Το πρωί πήγαινε στη δραματική σχολή και το βράδυ δούλευε σε διάφορα μπαρ και καφέ. Τα απογεύματα συνήθως κοιμόταν ή έβλεπε όσους φίλους είχε καταφέρει να διατηρήσει με το περίεργο αυτό ωράριο και την ακόμα πιο περίεργη ιδιοσυγκρασία της. Αυτό ήταν όλο.

Της άρεσε η νύχτα. Από μικρή δεν μπορούσε να κοιμηθεί νωρίς. Της φαινόταν πως αν περνούσε τη νύχτα στο κρεβάτι, θα ήταν μια νύχτα χαμένη. Όσο οι φίλοι της σπούδαζαν, μπορούσαν να ξενυχτούν όλοι μαζί, κανείς δεν είχε δουλειά το πρωί. Αλλά τα πράγματα αλλάζουν. Τώρα οι περισσότεροι είχαν πρωινές δουλειές κι εκείνη είχε μείνει μόνη στα είκοσι πέντε της, να μετράει τις ώρες της νύχτας, όταν γύριζε από τη δουλειά. Πολλές φορές έβγαινε μόνη. Έπινε ένα ποτό και έγραφε πάνω σε μικροσκοπικά χαρτάκια από αποδείξεις, καθισμένη στη μπάρα. Δεν την πείραζε. Της άρεσε η μοναξιά. 

Συχνά την κατηγορούσαν πως ήταν απόμακρη και ξεχνούσε τους φίλους της. Ξεχνούσε τις γιορτές τους, τα γενέθλια, ακόμη και τα ραντεβού για καφέ. Δεν το έκανε επίτηδες. Γι’ αυτήν η φιλιά δεν είναι ημερομηνίες και ραντεβού σημειωμένα στην ατζέντα. Ούτε στημένες φωτογραφίες για να θυμούνται τις ωραίες στιγμές που είχαν μοιραστεί. Σπάνια τις άρεσαν οι φωτογραφίες. Ήξερε τι είναι σημαντικό και τι όχι. Δε σκοτιζόταν για τυπικότητες. 

Ακόμα και στις σχέσεις της δεν ήταν τυπική. Δε γιόρταζε επετείους και ποτέ δεν είχε ασχοληθεί με την αγορά δώρων αγάπης. Δεν καταδίκαζε όσους το έκαναν. Μπορεί εκείνη να μην είχε βρει ακόμη αυτό που θα την συνέπαιρνε και θα την έκανε να ξεχάσει τα πάντα γύρω της. Μερικές φόρες ζήλευε τις κοπέλες που ξενυχτούσαν περιμένοντας ένα τηλεφώνημα, ένα μήνυμα. Αλλά η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν είχε νιώσει αυτή την απόλυτη ανάγκη να συνδέσει τη ζωή και τα θέλω της με κάποιον άλλο.

Μέχρι στιγμής είχε πορευτεί με βάση αυτό που ήθελε εκείνη. Είχε κάνει λάθη, αλλά ήταν λάθη δικά της και τα αγαπούσε. Είχε διαλέξει το δύσκολο δρόμο. Παράτησε τη νομική και προτίμησε να δουλεύει σε ευκαιριακές δουλειές για να πληρώνει τη δραματική σχολή. Έφυγε από τη σιγουριά της οικογένειάς της και διάλεξε να μένει στο μικροσκοπικό αυτό σπίτι, έχοντας γύρω τις τα πράγματα που αγαπάει. Βάζοντας μέσα στο χώρο της και στη ζωή της μόνο τους ανθρώπους που επέλεγε.

Δεν της έλειπαν οι δικοί της. Είχαν τυπικά καλή σχέση, αλλά ποτέ δεν επικοινώνησαν ουσιαστικά, ποτέ δεν είχαν συζητήσει ειλικρινά. Την έπνιγε η αγάπη τους, την εκνεύριζε η προστατευτικότητά τους. Τώρα πια την πλήγωνε η αδιαφορία τους. Γιατί όλη η αγάπη τους είχε μετατραπεί σε αδιαφορία με τα χρόνια. Ίσως εκείνη να το είχε προκαλέσει, ίσως να ήταν πάντα έτσι και να χρειαζόταν απλώς μια αφορμή. 

Τον τελευταίο καιρό δεν είχε σχέση. Δεν της έλειπαν οι άντρες. Γνώριζε τόσους πολλούς στη δουλειά και στη σχολή, που ποτέ δεν ένιωσε την απουσία τους. Άλλωστε μπορούσε να έχει τον οποιονδήποτε, αν το ήθελε. Έφτανε να δείξει το παραμικρό ενδιαφέρον και είχε κάποιον να τη γυρίσει στο σπίτι το βράδυ. Τη βόλευε αυτή η κατάσταση, δεν απαιτούσε κόπο, δεν περιείχε ρίσκο, δεν έφερνε προβλήματα.

Ήταν όμορφη, είχε τύπο. Αλλά κυρίως αγαπούσε τον εαυτό της και ποτέ δεν προσπάθησε να κρύψει τα ψεγάδια της. Ήξερε πως δεν την ενδιέφερε να αρέσει σε εκείνους που μετρούσαν πόντους και αναλογίες. Ντυνόταν πάντα στα μαύρα. Τα μόνα χρώματα πάνω της ήταν το έντονο κόκκινο των μαλλιών της και το σκούρο πράσινο στα μάτια της. Φορούσε ασημένια κοσμήματα που αγόραζε πάντα από πλανόδιους. Ποτέ της δεν είχε ρολόι. 
Νύχτα. Γύρισε από το μπαρ και έκλεισε απαλά πίσω της την πόρτα. Έβγαλε τα ρούχα της και τα ακούμπησε στην καρέκλα. Έκανε ένα ντους και ξάπλωσε. Κοίταξε το ταβάνι, πριν κλείσει το φως. Η αράχνη πάντα εκεί. Δεν νύσταζε και δεν την πείραζε να μείνει ξάγρυπνη. Σάββατο αύριο, θα μπορούσε να κοιμηθεί όσο ήθελε. 

Έπιασε το μπλοκ και άρχισε να ζωγραφίζει τον ιστό της αράχνης στη γωνιά του δωματίου της. «Άραγε για πόσο  ζουν οι αράχνες;», αναρωτήθηκε. Θυμήθηκε πως είχε δει ένα ντοκιμαντέρ για ένα είδος αράχνης που μετά την αναπαραγωγή το θηλυκό αποκεφάλιζε το αρσενικό και το έτρωγε. Ζωγράφισε στο χαρτί αυτό το αηδιαστικό στιγμιότυπο. «Αυτή τη ζωγραφιά ποτέ δε θα τη βάλω στον τοίχο», σκέφτηκε, «αλλά ποτέ δεν ξέρεις… μπορεί η δική μου αράχνη να μου χαρίσει ένα τέτοιο θέαμα και μάλιστα ζωντανό. Ίσως την ταΐσω κάποιον από αυτούς που κουβαλάω εδώ τα βράδια. Αλλά σε κανέναν δε θα άξιζε ένα τέτοιο τέλος». Χαμογέλασε.

Άφησε το μπλοκ στο πάτωμα και σηκώθηκε. Είχε αρχίσει να χαράζει. Έφτιαξε καφέ και βγήκε στο μπαλκόνι. Κοίταξε την πόλη και ένιωσε μια ζεστασιά. Σαν να έβλεπε κάποιον φίλο από παλιά. Τις τελευταίες μέρες φερόταν παράξενα. Σαν να κοίταζε τα πάντα για πρώτη φορά. Σαν να ήταν όλα καινούρια και όμορφα. Αισθανόταν πιο ξεκούραστη, πιο νέα, πιο ήρεμη. Είχε γίνει πιο υπομονετική με τους ανθρώπους. Θα περίμενε να περάσουν κάποιες ώρες και θα έπαιρνε τηλέφωνο τη φίλη της. Είχε μέρες να τη δει, της είχε λείψει.  

Θα την έβρισκε στα Εξάρχεια όπως πάντα. Είχαν το στέκι τους, το τραπέζι τους, το σερβιτόρο τους. Εδώ και χρόνια τους είχε γίνει συνήθεια αυτή η έξοδος. Όταν κανόνιζαν συνάντηση έλεγαν πια μόνο την ώρα. Το μέρος ήταν πάντα το ίδιο. 

Συναντήθηκαν στις έντεκα. Δεν είχε κοιμηθεί καθόλου, όμως η φίλη της φάνηκε έκπληκτη, μόλις την είδε. 

– Εσύ λάμπεις, της είπε. Ποιος ξέρει τι έκανες πάλι χθες. Χαμογέλασε συνωμοτικά. 

– Ζωγράφιζα την αράχνη στο ταβάνι μου. Τίποτα άλλο δυστυχώς.

Είπαν τα νέα τους, γέλασαν, μελαγχόλησαν, θυμήθηκαν παλιές ιστορίες. Ωραία ήταν που την ξαναείδε, αλλά ένιωσε την κούραση της χθεσινής μέρας να την πλακώνει. Έφυγαν σχετικά γρήγορα και πήρε το δρόμο για το σπίτι. Θα ήθελε να ήταν κάποιος τώρα εκεί, να την περιμένει. Κάποιος εκτός από την αράχνη της. 

(συνεχίζεται)

Το δεύτερο μέρος

Ετικέτες: , ,

Related Posts

Κατερίνα Αποστολίδου
by
Previous Post Next Post

Comments

  1. Pingback: Αράχνη (Μέρος δεύτερο) – fwords.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

33 shares

See You In FB