Απόψε πάμε μια βόλτα

της Έλενας Χαρτ.

Θέλω ακόμη μια βόλτα μιας κι η ψυχή δε χόρτασε ταξίδια. Ν’ αράξουμε κάτω από το φωταγωγημένο λιμάνι, με μια μπύρα στο χέρι. Να μη φορέσω τα καλά μου, να μη μακιγιαριστώ, να μην τυλίξω τις αλήθειες μου σε πέπλα αραχνοΰφαντα. Να σε κοιτάζω έτσι όπως θα καλύπτεσαι πίσω απ’ τους καπνούς βγάζοντας λέξεις απ’ τα χείλη σου. Βαρέθηκα να διαβάζω τις τυποποιημένες εκφράσεις σου, που έχουν δαρθεί επάνω σε πληκτρολόγια.
Δε θέλω να μου πεις όσα υποθέτεις πως λαχταρώ ν’ ακούσω. Δε θέλω να μου στρογγυλέψεις τις πληγές. Μίλησε μου ειλικρινά, ακόμη κι αν η φωνή σου γίνει λεπίδα και σκίσει στα δύο το δέρμα μου. Μου ‘χει λείψει η ανθρώπινη επαφή κι εκείνο το ολοφώτεινο χαμόγελο που στολίζει το πρόσωπο σου. Λιτά, ανεπιτήδευτα. Πάντοτε αναζητούσες τη λιτότητα δε σου άρεσαν οι φαμφάρες κι οι βαρύγδουπες δηλώσεις. Ούτε για την αγάπη να μην πεις, βούλιαξε κι εκείνη σαν το μύθο του ναυαγισμένου πλοίου που κοιμάται στους πυθμένες.

Να σου πω πως εγώ σε θέλω κι ας τυλίγεται η ψυχή μου κουβάρι στα δύο χέρια σου. Δεν έμαθα αλλιώς, απόλυτα, στα κόκκινα παραδομένη στη δύνη. Κι έτσι γίνομαι αγκαλιά να τυλιχθείς, χέρια να κλάψεις, πόθος να καείς. Αρκεί ν’ ακούω την ανάσα σου στο πλευρό μου.
Δε θα μετρήσω τον έρωτα σε δόσεις. Ποιος χαράμισε τα περισσότερα. Μου φτάνει που πριν αφεθώ έχω την εικόνα σου στο νου. Βουτώ στο ασυνείδητο έχοντας φορεμένη τη μυρωδιά σου. Έτσι σε σκορπώ στην ολότητα μου. Ψυχή και σώμα πάλλονται μπροστά στην όψη σου.
Να σου μιλήσω για εκείνο το ζωοποιό συναίσθημα πως ήρθες για να καλλιεργήσεις την καμένη γη μου, εκείνο με ώθησε να σου απλώσω το χέρι και να σε προσκαλέσω στα ενδότερα της ζωής μου. Με μια εγκάρδια χειραψία κι ένα χαμόγελο αχνό, βαθιά ελπίδα πως δε θα με τσαλακώσεις. Βύθιζα στο στήθος μου εκείνες τις βαθιές πνοές ελευθερίας που μου δημιουργούσαν τα λόγια σου. Ήταν η πρώτη φορά που ο δρόμος δεν έβγαζε σε αδιέξοδο κι ήταν κι η δική μου πρώτη απόπειρα να τον περπατήσω.

Να σου θυμίσω πως αγωνιούσα να σε μάθω, σαν άλλος ερευνητής να συλλέξω τα στοιχεία σου. Πέρα από τα προφανή λάτρευα να ρίχνω το λευκό φως της λάμπας επάνω στα ενδόμυχα. Ξέρεις, σ’ εκείνες τις σκοτεινές πλευρές σου που οι τρίτοι αγνοούσαν. Κάθε φορά που ανακάλυπτα μια ζοφερή πτυχή το βήμα μου ανοιγόταν. Ήταν τόσο συναρπαστικό να αντικρίζω τους φόβους σου. Ποιος θα το πίστευε πως θα έφτανε η μέρα για να τους αγκαλιάσω.
Να απλώσω τα μάτια μου επάνω στη σκοτεινή θάλασσα και να βουλιάξω τις προσδοκίες μου σ’ εκείνη τη δυσδιάκριτη γραμμή που ο ουρανός σκεπάζει το πέλαγος. Πάντα μου κέντριζε την προσοχή εκείνη η ισχνή γραμμούλα της ένωσης. Έτσι ζούσα κι εγώ, επάνω στις αράδες. Παραπάνω από βυθό, παρακάτω από ουρανό. Ποτέ στο απόλυτο.

Θέλω ακόμη μια βόλτα, εκείνη που μου έταξες. Να παίζουν στα ηχεία τ’ αγαπημένα τραγούδια μου, εκείνα τα ακαταλαβίστικα που περιφρονούσες. Να σου τραγουδήσω λέξη-λέξη, στίχο-στίχο όλα εκείνα τα ανείπωτα που σου ‘χω φυλαγμένα. Ακόμη κι αν η φωνή ραγίσει, ακόμη κι αν εκείνος ο κόμπος σταθεί κάπου χαμηλότερα του λαιμού. «Μα η καρδιά πονάει, όταν ψηλώνει…» κι εσύ να γελάς και ν’ αναρωτιέσαι, πώς ψηλώνει μια καρδιά; Θέλεις να δεις καρδιές να μεγαλώνουν; Πόνεσε τες ή έστω αγάπησε τες. Θα ενθουσιαστείς με το πόσο εύκολα θεριεύουν.

Θέλω ακόμη μια βόλτα, δε χορταίνει η ψυχή ταξίδια. Είμαι μια ανόητη συλλέκτρια στιγμών, θα μου χαρίσεις άλλη μία;
Λοιπόν, τι λες;

 

Ετικέτες: , ,

Related Posts

Έλενα Χαρτ.
by
Previous Post Next Post

Comments

    • Άγνωστος
    • 21 Σεπτεμβρίου 2017
    Απάντηση

    Ξέρεις που θα βρεις αυτό που θες…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

53 shares

See You In FB