Απενοχοποιημένο μυστικό

της Μαρίας Κωνσταντινοπούλου

Δυο μάτια γαλάζια κοίταζαν αριστερά και δεξιά, γρήγορα όσο πιο γρήγορα πήγαιναν τα πόδια του καθηγητή. Παρατηρούσε το αδέξιο βάδισμα, τα σουφρωμένα φρύδια, όταν υπερασπιζόταν την άποψη του. Του άρεσε η μαχητικότητα και ο τρόπος που έβλεπε τον κόσμο.

Τελείωσε το μάθημα, σηκώθηκε, πήρε τα τετράδια και προχώρησε προς την έδρα. Έτρεμε που θα μιλούσε στον καθηγητή. Το δέος του είχε κρύψει τη λαλιά του και δεν τη φανέρωνε. Ο καθηγητής άνοιξε την τσάντα του και έβγαλε τα γραπτά των εξετάσεων. Το γκρι στους τοίχους χλόμιαζε ακόμα πιο πολύ την ατμόσφαιρα μεταξύ των δύο αντρών. Βλέπει το γραπτό του ξανά, κοντοστέκεται και πριν κοιτάξει τα αδέξια μάτια του καθηγητή, σκέφτεται να μην πει τίποτα.

Ένα γραπτό τεσσάρων σελίδων με τεράστια γράμματα και γεμάτο μουντζούρες καλυπτόταν από άκυρες απαντήσεις. Τσαλακωμένο και σκισμένο στις άκρες καθώς ήταν, έδειχνε τον τρόπο που ζούσε τη ζωή του. Αδέξιο και άχαρο ως το έπακρο περνούσε τη ζωή του σε κλαμπ και ροκάδικα με πολλούς γκόμενους. Ξεφύλλιζε απρόσεχτα το γραπτό του και ένιωθε μια Χιροσίμα στο στομάχι του. Το μυστικό άρχισε να τον βαραίνει, να τον κουράζει να το κουβαλά μαζί του. Το γραπτό απέκτησε από τη μία τον ρόλο του προδότη και από την άλλη του ψυχολόγου. Εκεί έβγαλε τα εσώψυχά του σε μια κόλλα με γραμμές που τον καλούσαν να ανοίξει την καρδιά του. Δεν μετάνιωσε καθόλου που αποκάλυψε τον εαυτό του, τα κίνητρα του, το βαθύ εγώ του. Το γραπτό επιστράφηκε στα χέρια του καθηγητή, κατέβασε το κεφάλι του και βγήκε από την αίθουσα.

Ο καθηγητής απόμακρος και σοβαρός πιάνει συζήτηση με δύο καραφλούς που συνεχώς του μιλάνε. Ήθελε να αποστασιοποιηθεί από την πολυλογία τους και έτσι αποχωρεί αδιάφορα και νευρικά πιο πέρα απολαμβάνοντάς τον καφέ του. Ο καθηγητής ήταν γύρω στα σαράντα και είχε πολλά πυκνά μαύρα μαλλιά που άλλαζαν θέση όλη την ώρα. Τα ανακάτευε πολύ, όταν σκεφτόταν πολύ και ακόμα πιο πολύ όταν δεν ήξερε πως να εκφράσει αυτό που ήθελε να πει. Είχε εξυπνάδα περίεργη που δεν συμπαθούσαν πολλοί φοιτητές, τους εκνεύριζε η άνεση που είχε, καθώς απαντούσε με ακρίβεια σε ό,τι και να ρωτούσε κανείς. Δεν ήταν σύμφωνα με τον ίδιο συντηρητικός αλλά πιστός στην παράδοση και στις αρχές που ‘μαθε από τους γονιούς του. Ένα πράμα δεν άντεχε την αδικία και την εκμετάλλευση.

Πιάνει εκείνο το γραπτό στα χέρια του και συλλογιέται τον φοιτητή που ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Διχασμένος σε στρατόπεδα, αποφάσισε να μην πει λέξη. Το ξαναδιαβάζει, του δημιουργούνται εικόνες και πρωταγωνιστεί σε αυτές. Δείχνει να μην του αρέσει ο ρόλος, καταλαβαίνει τις αλήθειες αυτού του νεαρού άνδρα.

O φοιτητής μασούσε το τσιγάρο που κάπνιζε μανιωδώς, ήθελε να πιάσει τον καθηγητή, αλλά καθόταν εκεί στο παράθυρο του κυλικείου. Κοιτούσε επίμονα τα πλακάκια και τα μετρούσε. Ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει, να μείνει εκεί με τη σιωπή και την ντροπή του. Η ιδέα του γραπτού του τον έκανε ακόμα πιο αμήχανο και νευρικό. Τελείωσε το τσιγάρο, πάει στη βιβλιοθήκη και συναντά την αιτία των προβλημάτων του.

Ο καθηγητής στέκεται εμπρός του σκεπτόμενος να του μιλήσει. Κάτι τον σταματά, μια φωνή που υποτάσσει το κορμί του. Τον χτύπησε στην πλάτη δείχνοντας του την κατανόηση και γνέφοντάς του πως το μυστικό του φυλασσόταν καλά.

Ο φοιτητής φεύγει ανακουφισμένος πως η αντρική του τιμή μπήκε πάλι στη θέση της. Αρπάζει το σακίδιο του και παίρνει το επόμενο αστικό να φύγει, να λευτερωθεί από τα στεγανά μιας κλειστής πανεπιστημιακής κοινωνίας.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

65 shares

See You In FB