«Ανθρώπου ανθρωπιά»

του Παναγιώτη Μπουντζιούκα 

Μόνη για άλλη μία νύχτα. Τα παιδιά για ύπνο επιτέλους. Πότε θα μεγαλώσουν να ησυχάσει; Ποτέ δε θα τελειώσουν οι έγνοιες και το ξέρει. Θα ‘ρθουν άλλες στη θέση τους. Σύγχρονη Δαναΐδα, θα γεμίζει ένα κιούπι δίχως πάτο-μόνο που θα ‘χει νόημα η πράξη της. Αυτά σκέφτεται. Και απορεί με τον εαυτό της. Κανείς όμως δε θα την κατηγορούσε αν ήξερε τα όσα πέρασε και περνούσε ακόμη. Η αισιοδοξία πάει αγκαλιά με τη νιότη. Δεν έχει προλάβει η ζωή να μοιράσει τα χαστούκια της. Κι ο νέος ψηλαφίζει το άγνωστο με θάρρος μέχρι η εμπειρία να του το στερήσει.

Χηρεύσασα με δυό μωρά. Δεκαεννιά χρονώ αυτή, την άφησε μόνη η αχόρταγη η θάλασσα. Τόσους και τόσους ξεπάστρεψε η όμορφη γοργόνα. «Ζει ο Μεγαλέξανδρος;» Κι αν ζει κι αν δε ζει. Αυτή ήταν τώρα που πάλευε με τα κύματα.
Θα ‘χουν περάσει πέντε χρόνια. Ορφάνεψε από γονείς τη μέρα που κλεφτήκαν. Κι όταν από ανάγκη χτύπησε την πόρτα τους, με τα μόμολα αγκαλιά, απόκριση δε βρήκε. Μόνο πένθος και μια ταφόπλακα με τ’ όνομα της.
Πούλησε και πουλήθηκε για ψωμί. Την είπανε πουτάνα και τη διώξανε-αυτή και τα μπάσταρδα της. Παρασιτούσε από γειτονιά σε γειτονιά. Η καθημερινότητα της ήταν αγώνας για επιβίωση. Και η επιβίωση ήταν η επιβράβευση.

Μα θέλει ο άνθρωπος να νιώσει ανθρωπιά. Τ’ αρχαία ένστικτα δε φτάνουν. Η εξέλιξη έφερε το συναίσθημα. Το καλό για να προοδεύει και να παίρνει κουράγιο. Το κακό για να μάθει να εκτιμά το πρώτο. Και τα δυό μαζί ανάμεικτα για ν’ αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος το μέγεθος του στον κόσμο.

Κι αυτή ένιωθε τόσο μικρή. Μπροστά της λάσπες και σκοτάδι. Και μόνο ανηφόρα είχε ν’ ανεβαίνει ψάχνοντας για φως.

 

Ετικέτες: ,

Related Posts

Παναγιώτης Μπουντζιούκας
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

39 shares

See You In FB